ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΟΥΦΛΙΟΥ
Διδασκαλίσσης Μ. ΤΥΦΟΡΙΔΟΥ
(1966)



online επισκέπτες



Δια την απόδοσιν του Λαογραφικού θέματος «Βιοτεχνία του Σουφλίου», συνεκέντρωσα τα κάτωθι στοιχεία από διάφορα πρόσωπα, που, άλλα μεν απ’ αυτά είναι στοιχεία που έζησαν και είδαν, άλλα δε που ενθυμούνται από διηγήσεις. Κατά το 1850 περίπου, η βιοτεχνία στον τομέα της υφαντικής, παρουσιάζεται πολύ ακαλαίσθητη και χονδρή.
Υφαντικές ύλες – α) Ζωϊκές:
Μόνον το μαλλί, διότι η σηροτροφία μόλις αρχίζει να εμφανίζεται, χωρίς ενδιαφέρον. Οι κάτοικοι ασχολούνται με την γεωργικήν.
β) Φυτικές ύλες:
Το βαμβάκι. Αυτές οι δύο ύλες είναι τα κύρια στοιχεία της υφαντικής. Το Λινάρι το επεξεργάζονται μόνον οι άνδρες, που κατασκευάζουν σχοινιά.
Κατεργασία του μαλλιού: Η κατεργασία του μαλλιού γινόταν όπως και σήμερα. Για να γίνη κλωστή, έπρεπε πρώτα να το ζεματίσουν με χλιαρό νερό προς το βραστό νερό, δηλ., το νερό μόλις άρχιζε να κάνη τις πρώτες φυσαλίδες γύρω στο χείλος του δοχείου. Το έβαζαν μέσα σε ξύλινη σκάφη και έχυναν λίγο-λίγο το ζεματιστό νερό, το πατούσαν καλά για να μουσκέψη και το άφιναν ως την επομένη ημέρα. Αφού κρύωνε, γονατισμένη η νοικοκυρά το έπαιρνε λίγο-λίγο, από τη μια άκρη της σκάφης και το μετέφερε στην άλλη, καθαρίζοντάς το προσεκτικά από τ’ αγκάθια και ό,τι άλλο ήταν μπλεγμένο μέσα του. Κατόπιν, το έπλυνε με πολλά κρύα νερά, έως ότου καθάριζε τόσο, ώστε το τελευταίο νερό να είναι καθαρό όπως το έρριξε. Έπειτα το άφιναν, στράγγιζε σε πανέρια, τα οποία έπλεκαν πρόχειρα με χλωρές βέργες από γάβρα-σουγούτια (ιτιές) ή καραγάτσι (φτελιά). Κατόπιν το άπλωναν σε φράχτες που είχαν στην αυλή ή σε ξύλα για να στεγνώση. Μετά το στέγνωμα ερχόταν η Ξάνσις (το αλέγριμα) για να βγάλουν τα μπουμπούκια, κάτι κόμπους που σχηματίζονται μέσα στο μαλλί ή μικρά σκουπιδάκια (άχυρα-αγκαθάκια). Η εργασία αυτή γινόταν με το χέρι. Έως εδώ δεν χρειαζόταν και πολλή επεξεργασία, εφ’ όσον το κλώσιμο για νήμα ήταν κι αυτό πολύ πρόχειρο. Κατόπιν είχαν δύο βασικά και απαραίτητα εργαλεία, τα λανάρια. Ένα μικρό που έμοιαζε σαν μικρό και ψηλό γεφύρι στηριγμένο σε οριζόντια βάση με τόσο άνοιγμα, όσο να χωρή το ένα πόδι, για να στηρίζεται όταν κάθεται η νοικοκυρά κι αρχίζει το λανάρισμα. Στην κορυφή του έχει μεγάλες, έως 10 πόντους βελόνες, δύο σειρές, και κοντά η μία στην άλλη. Εδώ το λανάρισμα γινόταν περιποιημένα και τραβούσαν κλωστή στημόνι. Έβαζε κομμάτια, μικρά-μικρά μαλλί στις βελόνες και με τα δύο χέρια τραβούσε πότε από το ένα μέρος κα πότε από το άλλο, και το ξανάμπηγε. Αυτό γινόταν πολλές φορές έως ότου γίνη αφράτο. Κατόπιν, πιάνοντας γερά το λανάρι, τραβούσε με το ένα χέρι συνέχεια το μαλλί, χωρίς να το κόψη και έκανε τις (απάλες) το ίδιο και από το άλλο. Το άλλο μαλλί που έμενε στο λανάρι, ήταν κοντό και άχρηστο για καλή κλωστή, αυτό το έλεγαν (τσπίδια). Αυτά τα έγνεθαν και έκαναν μαξιλάρια για κάτω, που κάθονταν. Τις απάλες αυτές, που έκαναν πολλές, τις έστρωναν 5-6 κάτω, και επάνω σ’ αυτές έβαζαν σταυρωτά άλλες κομμένες στη μέση. Τις τύλιγαν σφιχτά τόσο, όσο να μπορή να βγαίνη η κλωστή, τόσο χονδρή, όσο το πάχος του μικρού δακτύλου, αυτό ήταν το στιμόνι. Για το υφάδι, η κλωστή ετοιμαζόταν σε άλλο εργαλείο, τα λαναρούδια. Αυτό ήταν λανάρι, που έμοιαζε με τετράγωνο γεφύρι στηριγμένο στην άκρη μιας πλατειάς σανίδας και στο υπόλοιπο μέρος που έμεινε καθόταν η νοικοκυρά. Η επιφάνεια του τετραγώνου ήταν γεμάτη από πυκνά-πυκνά βελονάκια. Αυτές τις έλεγαν τλούπες (τουλούπες). Αυτές τις τλούπες, τις έγνεθαν στη μαλλόροκα, που έμοιαζε σαν Ψ. Από τη ρόκα αυτή τραβούσαν την κλωστή. Εδώ έβαζε το μαλλί μεγάλα κομμάτια και επάνω εφήρμοζε το καπάκι, το οποίο ήταν κι αυτό με πυκνά βελονάκια, και στην άκρη χερούλι. Οι βελόνες έσμιγαν και έτσι άνοιγαν το μαλλί σε μαλακή τουλούπα, αλλά όχι στη βάση χονδρές και στην κορυφή φοβερά αιχμηρές που αλλοίμονο, αν κατά λάθος πήγαινε το χέρι επάνω. Γι’ αυτό με το λανάρι αυτό, αν και μικρό και πιο κομψό από το άλλο, οι μητέρες, για να μην απομακρύνωνται τα παιδάκια τους από το σπίτι, τα φοβέριζαν μ’ αυτό λέγοντας: «μη γκιζιαρνάτι μαχαζά σας μακρά απ’ του σπίτι’ γιατί λουγιουρνούν ουβραίοι και μαζώνουν τα γκζάνια κι τα βάνουν λανάρια για να πιουν του γιέματς». Έτσι, τα παιδάκια δεν τολμούσαν να φύγουν μακρυά. Την τουλούπα που έβγαζαν τώρα από τα λαναρούδια, το δεύτερο εργαλείο της ξάνσεως, την έγνεθαν στην απλή ρόκα, μια βέργα που την έξυναν και την έκαναν αιχμηρή στην κορυφή. Όσο για αδράχτι, κι αυτό πολύ μεγάλο έως μισό μέτρο σχεδόν, για παίρνη πολύ νήμα, επειδή ήταν χονδρό, αυτό για υφάδι χονδότερο, και χωρίς το σημερινό πιάσιμο, την «Κόκα» ακαλαίσθητο και χονδρό. Επίσης, το σφοντύλι ήταν μεγάλο σαν μικρό πρόσφορο, πέτρινο ή από κεραμύδι, που από το βάρος, στρίφονταν μόνη της η κλωστή. Επειδή δε ήταν πολύ χονδρή η κλωστή και γέμιζε γρήγορα το αδράχτι, γι’ αυτό το μάζευαν σε κουβάρια. Τα κορίτσια μαζεύονταν παρέες-παρέες και συναγωνίζονταν, ποια θα κάνη τα περισσότερα κουβάρια. Κάποια δε γριά κοντά τους, τους έδειχνε πώς να τραβούνε την κλωστή, πώς να σηκώνουν τα χέρια, πώς να στρίφουν, και τις μάθαινε και το παρακάτω τραγούδι:
Γνέθητι βιργούλιζουμ’ (1)
ντά ψιλά ντά γνέματα
κι τά τσιντζιλιάρκα (2)
κι όποιους κόψη την κλουστήτ’
κούτσουρου ντού χέρι τ’ καλάμι
ντού πουράρι τ’ κι’ μπαμπούρ’ (3)
η κώλουστ
Με τη χονδρή αυτή κλωστή ύφαιναν τα λεγόμενα σιγκούνια. Χονδρά μάλλινα, που τα έδιναν ως επί το πλείστον το μαύρο χρώμα, ή το σκούρο καφέ σαν μαύρο. Οι μπογιές και τα χρώματα ήταν τελείως άγνωστα. Τη βαφή αυτή την έκαναν μόνες τους οι γυναίκες. Το μαύρο από φλούδες, από μεσιά, ή σκλήθο ή κάτι πλατιά φύλλα που τα έλεγαν «βρουμόφλα». Αυτά τα έβραζαν πολύ, στράγγιζε το ζουμί, έρριχαν μέσα καρά-μπογιά και αφού μούσκευαν το πανί σε χλιαρό νερό επίσης, για να πάρη καλή βαφή, το έβαζαν μέσα στο μίγμα αυτό και το έβραζαν πολλές ώρες ώσπου το νερό του μίγματος έμενε άχρωμο. Την εποχή αυτή τα σιγγούνια δεν έχουν ποικιλία χρωμάτων, διότι το ύφασμα είναι τόσο χονδρό, που δεν επιδέχεται χρώματα, αλλά είναι και άγνωστα ακόμη. Οι άνδρες έχουν τα «σιαλβάρια», «πουτούρια» σαν κρητικές βράκες, λίγο στενώτερες προς τα κάτω με χρώμα μαύρο. Οι γυναίκες, τα «τιρλικούδια», βαμβακερά ή μάλλινα, είδους μαντού και λίγο λοξό προς τα κάτω με χρώμα πορτοκαλί που το βάφουν με κάτι κίτρινες ρίζες, το «αρζάρι» το ερυθρόδανον, το βαφικόν. Μπροστά έκλειναν με την ποδιά που ήταν με οριζόντιες γραμμές μαύρες και κίτρινες, μάλλινη ή βαμβακερή, ανάλογα με την εποχή. Το βαμβάκι το έγνεθαν στην απλή ρόκα και χονδρό, όπως το μαλλί. Το άνοιγμά του όμως γίνεται διαφορετικό. Εδώ το λανάρι δεν έχει θέσι. Τη θέσι του, την παίρνει το δοξάρι. Αυτό ήταν ένα μεγάλο τόξο με την κόδρα (χορδή)  σαν του βιολιού, αλλά χονδρή που την έκαναν μόνες πάλι οι γυναίκες από έντερα προβάτου. Η δέ εργασία αυτή γινόταν πολλές ημέρες συνέχεια και χρειαζόταν πολύ προσοχή και κόπος μεγάλος. Μέσα στο κελλάρι ή στο δωμάτιο που καθόταν, έκαναν την εργασία αυτή δηλ. το άνοιγμα του βαμβακιού, το «στοίβαγμα». Έβαζαν λίγο-λίγο βαμβάκι επάνω, ακουμπούσαν την τεντωμένη κόδρα, με ένα άλλο εργαλείο μικρό, το «λαγούδ’(ι)», έπιαναν την κόδρα και την ανατίναζαν, η κόδρα έπιανε λίγο-λίγο το βαμβάκι και το τίναζε έτσι ώστε φαινόταν σαν να χιόνιζε. Με μια περιποιημένη βεργούλα (το βιργούδ(ι), το μάζευε και το ξανάβαζε στη θέσι κάτω από την κόδρα. Εφρόντιζε δε, να μην υψώνη πολύ το δοξάρι, γιατί τότε δεν θα έμενε βαμβάκι, όλο θα σκόρπιζε γύρω και τα πάντα θα φαίνονταν χιονισμένα. Η δε νοικοκυρά, σαν χιονάνθρωπος. Ήθελε προσοχή και πολλή τέχνη η εργασία αυτή, γιατί αλλιώς έφευγε το βαμβάκι σαν χιονονιφάδες στον αέρα (μουχώδεις), γι’ αυτό γινόταν σε κλειστό χώρο. Τώρα η κλωστή, μάλλινη ή βαμβακερή, για να φθάση να γίνη ύφασμα, έπρεπε να προηγηθούν διάφορα στάδια προεργασίας πολύπλοκα, δύσκολα και με απαραίτητο βοηθό. Γι’ αυτό, όταν μια νύφη βρισκόταν μακρυά από τη μάννα της και ήθελε να βάλη πανί να υφάνη (να συντομίσ(η) (4) –πανι- όπως έλεγαν, το σκεπτόταν πολύ κι έλεγε αναστενάζοντας: «αχ, νάχα μάννα στγύφανσ’(η) (5) κι αδηρφή στην ξύφανσ(η)» (6). Διότι μόνον η μάννα θα έδινε οδηγίες στην κόρη χωρίς να νευριάζη. Γι’ αυτό οι γριές έλεγαν, «τα ράμματα γηράματα». Τόσο δύσκολη δουλειά ήταν.
Τα στάδια προ της υφάνσεως: α) Το τυλιγάδιασμα (τλυγάδιασμα).
Το τυλιγάδι ήταν μέτρο και κάθε νοικοκυρά ήξερε από τα τυλιγάδια πόσα μέτρα μπορεί να τραβήξη το πανί της σε μήκος. Το φάρδος το κανόνιζε στο χτένι. Εδώ ήταν ωριμασμένα διαστήματα που τα έλεγαν πάσματα. Το κάθε πάσμα είχε 30 θύρες. Γι’ αυτό έλεγαν «το τράβηξα τόσα πάσματα», δηλ. στα 6, στα 7 (τότε έκαναν πολύ στενά πανιά, ενώ σήμερα βάζουν πολύ πλατειά, στα 27 με 30 ή 32 πάσματα). Σε πόντους πάνω από 0,75 εκατοστά του μέτρου. Οι πιο πεπειραμένες κανόνιζαν το μήκος και με τα αδράχτια. Γέμιζαν ένα αδράχτι, το μετρούσαν και με το μάτι τώρα γέμιζαν και τα άλλα χωρίς να πέφτουν έξω και πολύ. Ήταν κατά προσέγγισιν μέσα στα μέτρα.
β) Το καλάμισμα (καλάμισμα):
Το νήμα όπως ήταν θυλές, το μάζευαν στα καλάμια. Με τα καλάμια τώρα, καθώριζαν καλύτερα το μήκος και το πλάτος του υφάσματος. Εδώ ως απαραίτητα εργαλεία είχαν δύο ξύλινους σταυρούς, ένα μεγάλο και ένα μικρό από σανίδι, πλάτους 4 πόντων, που χώριζαν. Ενώνονταν στο καρφί που είχε το κούτσουρο, που στηρίζονταν ο σταυρός· αυτά λέγονταν «αν’εμες-ανεμούδες». Έπειτα τα ραδάνια που αποτελούνταν από τη ρόδα, την κλωστή που ένωνε τη ρόδα με τον άδραχτο, που περνούσαν το καλάμι και μάζευαν την κλωστή, τα καλάμια και τα μασούρια.
γ) Το γίδιασμα:
Εδώ έπρεπε ναχη όσα καλάμια, τόσες βελόνες. Τις βελόνες τις προμηθεύονταν από τους γύφτους, δίνοντάς τους για να τις αγοράσουν ψωμί, ή ένα πιάτο ξερά φασόλια, καλαμπόκια, αλεύρι. Επίσης, τα παλούκια ξύλινα (πάσσαλοι ξύλινοι) στην αρχή, κατόπιν σιδερένια. Τα «μπουρλίδια», μικρά κομματάκια, συνήθως από ξερά νεροκολόκυθα, που τα έβαζαν κάτω από τις βελόνες για να γυρίζουν εύκολα τα καλάμια κατά το τράβηγμα της κλωστής. Τα κομματάκια αυτά, επειδή έμοιαζαν με τα κομματάκια του κρανίου, τα έλεγαν «καραμπάτσια», από την τούρκικη λέξη (καραμπάτσ(ι) = κρανίο. Στην εργασία αυτή επρόσεχαν εξαιρετικά, διότι αν μπέρδευαν τις κλωστές στα παλούκια κι έκαναν ένα μεγάλο λάθος που το έλεγαν «γκατζιόλα» (7), έπρεπε να χαλάση όλο από την αρχή, άλλως ήταν αδύνατο μα προχωρήση στο ύφασμα. Όταν δε γίδιαζαν και πήγαινε καμμιά κι έπιανε κουβέντα, αμέσως της έλεγαν «θεύγα» (8) μη μοι χουρατεύς (9) να μη φκιάσου γκατζιόλα», έπρεπε όλα να μετράη, γι’ αυτό απεύφευγαν να την κάνουν το Σάββατο, διότι επίστευαν ότι «τα μεν κορίτσια έδιωχναν την τύχη τους, δηλ., το γαμβρό, οι δε πανδρεμένες έκοβαν τις μέρες του ανδρός τους, δηλ., συντόμευαν τις ημέρες της ζωής του».
δ) Το τύλιγμα:
Τώρα μάζευε το νήμα από τα παλούκια στο χέρι, κάνοντας το αραιά αλυσσίδα, το έβαζε μέσα σε μια ξύλινη σκάφη «κουπανούδα» μαζί και μια-δυό πέτρες για βάρος (αυτό βοηθούσε στο τέντωμα). Το έπιανε από το διπλό μέρος και άπλωνε όλο το μήκος (γι’ αυτό το τύλιγμα γινόταν σε μεγάλες αυλές, κελάρια ή στο δρόμο) κι όταν δεν ήταν δυνατό να το αφίση όλο, τότε το άφινε λίγο-λίγο, το «απολνούση», όπως έλεγαν. Στη μια άκρη ήταν η κουπανούδα και στο τέλος του μήκους του νήματος ήταν η «τλύχτρα», δυό διχαλωτοί πάσσαλοι, μακρυά ο ένας από τον άλλο, όσο ήταν το «αντί», ξύλο στρογγυλό που θα τύλιγαν το νήμα. Στην άκρη αυτό το ξύλο είχε 4 τρύπες, που περνούσαν ένα ξύλο και το στήριζαν στο έδαφος, για να μη ξετυλίγεται όταν αράδιαζαν τις κλωστές. Επρόσεχαν το τέντωμα να είναι τόσο καλό, ώστε να μη γέρνη από τα πλάγια ή τη μέση, «να μη κρημάη». Να είναι όλη η επιφάνεια στο ίδιο ύψος. Διότι, οπουδήποτε κι αν κρεμούσε, το πανί δεν θα γινόταν καλό, στο μέρος αυτό γινόταν χαλαρό κατά την ύφανσι, και τότε έλεγαν «σιαυτήν τμηρά του κρέμαση και γέντι θα ζιάγκα=δίχτυ». Επίσης, κατά το τύλιγμα περνούσαν δυο ξύλα που κανόνιζαν το άνοιγμα που θα περνούσε η σαΐτα. Αυτές οι βέργες που ήσαν μεγαλύτερες από το πλάτος του υφάσματος. Λέγονταν «καλαμίδια» και το άνοιγμα «στόμα». Όταν την ώρα αυτή ερχόταν καμμιά γυναίκα ή άνδρας, σήκωνε το ένα σκέλος όσο μπορούσε ψηλά και έλεγε, «τόσου στόμα σ’ ανοίγ’» ήταν η καλύτερη ευχή που θα έδινε στην περίπτωση αυτή.
ε) Το πέρασμα:
Η μίτωσις (το αναβόδ’), όπως το έλεγαν. Το αναβόδ’, ήταν το πέρασμα της κλωστής από τα μιτάρια πρώτα και ύστερα από το χτένι. Εδώ κανόνιζαν το πέρασμα νάρθη κανονικά στη μέση, ώστε να μην γέρνουν ούτε τα μιτάρια ούτε το χτένι. Γι’ αυτό μετρούσαν τα διαστήματα στο χτένι «θύρες», και στις κλωστές από τα μιτάρια και τα άφιναν στις άκρες. Διότι, αν στο χτένι άφιναν θύρες, τότε στο ύφασμα θα γινόταν μια αραιά γραμμή. Αμέσως δε έλεγαν «άφσης θύρα». Αν άφιναν στα μιτάρια, μπερδεύονταν οι κλωστές κατά το πάτημα και κόβονταν το στημόνι, γι’ αυτό τις κλωστές τις έπαιρναν 2 και 3 μαζί αν πήγαιναν εμπρός και έτσι συμβάδιζαν με το χτένι. Γι’ αυτό, κάθε τόσο στο πέρασμα άκουγες: «κοίταζη να μη πααίνουν τα μιτάρια μπρουστά». Επίσης πρόσεχαν να μην περάσουν δυό κλωστές σε μια θύρα ή μιτάρι, γιατί τώρα θα γινόταν στο πανί μια πυκνή γραμμή που φαινόταν άσχημα κι έλεγαν, «ιδώ μώδουσης αδιρφές». Για να γίνη δε το πέρασμα, έπρεπε ναναι δυό αντικρυστά και στη μέση τις χώριζαν το χτένι και τα μιτάρια, που τα στήριζαν σε δυό καθίσματα, ή πέτρες. Συνήθως, από τα μιτάρια έπαιρνε η πεπειραμένη στη δουλειά αυτή. Η άλλη έδινε κλωστές και έπαιρνε με τη βελόνα από το χτένι. Αυτή που έπαιρνε από τα μιτάρια, αυτή κανόνιζε και το σχέδιο του υφάσματος αργότερα, στα πολύπλοκα σχέδια που γίνονται με πολλά μιτάρια και πατήθρες (πόδια), όπως και σήμερα.
στ) Το κομπόδεμα:
Εδώ πλέον, μπαίνει το πανί στον αργαλειό. Αν όλες οι άλλες που προηγήθηκαν έγιναν προσεχτικά, ή δουλειά αυτή δεν είναι δύσκολη. Πριν από εκατό χρόνια και πλέον, ο αργαλειός ήταν 4 σκέτες διχάλες (τσιατάλες). Δύο έμπηγαν εμπρός και δύο πίσω, σε διάστημα δύο μέτρων. Στις δύο πίσω έβαζαν το αντί, που είχε το νήμα και τραβούσαν και ξετύλιγαν τόσο το νήμα, όσο να φθάσουν τα μιτάρια με το χτένι στις εμπρός τσιατάλες. Εδώ είχαν το δεύτερο αντί με τον «κομποδέ-τ-ρ» που θα έδεναν τις γλώσσες για να το τεντώσουν και να δέσουν από κάτω τις πατήθρες με τα μιτάρια. Τα δυο αντιά δε, τα στήριζαν με ένα ξύλο μακρύ, που έφθανε έως το μέρος της υφάντρας, ώστε μόνη της να τηλίγη και να ξετυλίγη νήμα όσο θέλει. Από το πίσω αντί ξετύλιγε νήμα, στο εμπρός που καθόταν και ακουμπούσε στο στομάχι της, τύλιγε το πανί που ύφαινε. Εδώ είχε παράλληλα με το αντί, ένα ξύλο σαν ραβδί δεμένο με σχοινί που περνούσε από δύο τρύπες, που είχε το αντί. Σ’ αυτό το ραβδί έδεναν τις κλωστές για να γίνη η έναρξις της υφάνσεως και να τυλίγεται ίσια με το πανί. Όταν τύλιγε το πανί σφικτά και το τεζάριζε, στο δεξιό πλευρό της είχε ένα κοντό ξύλο, που το περνούσε μέσα από μια τρύπα του αντιού και το στήριζε στον αργαλειό, το έδενε δε με ένα σχοινί σφικτά τόσο, που αν καμμιά φορά τύχαινε να κοπή το σχοινί, γινόταν μεγάλη ζημιά στο πανί. Αυτό το μικρό ξύλο το έλεγαν «Ζάναζου». Μόλις άρχιζε το ύφασμα, έβαζαν τα «προυγγίδια», δυό σιδερένιες βέργες πλατειές ένα δάχτυλο, που άπλωναν ή μάζευαν κατάλληλα και τέντωναν το πανί στο πλάτος, για να κάνουν καλή ούγια – «ούβγια».
Τα σιδεράκια αυτά τα έκαναν στους γύφτους. Μετά, σε μια άκρη του αργαλειού και ακριβώς επάνω από το στόμα που άνοιγε, κρεμούσαν για το κακό μάτι, για το αβάσκαμα, όπως έλεγαν, ένα σκόρδο και ένα γαλάζιο χάνδρο, που το έλεγαν «μουνίστ». Ήσυχη πλέον η υφάντρα, άρχιζε κανονικά το ύφαμα. Όσο για τα σχέδια, στην αρχή ήσαν το ίσιο, το «πουλτό» που το έλεγαν, με δυο πατήθρες ή δύο μιτάρια. Μ’ αυτήν την ύφανσι, γινόταν μόνον πρίν από εκατό και πλέον χρόνια. Διότι ήταν πολύ χονδρά υφάσματα τα σιγγούνια και τα χειρίσια (βαμβακερά πολύ χονδρά). Με το πέρασμα όμως του χρόνου άρχισαν να λεπταίνουν την κλωστή και να τελειοποιούν τα ανάλογα όργανα και τα εργαλεία πιο τέλεια. Τα σχέδια προχωρούν, μετά το πουλτό-μονό άρχισε το δίμυτο με τέσσερις πατήτρες και τέσσερα μιτάρια. Άρχισαν να βάζουν σχέδια (ξόμπλια) να υφαίνουν με μετάξι ποδιές με μετρητά σχέδια, (τα θυμιατά), πολύ ωραία, μάλλινα – βαμβακερά – μεταξωτά. Εκεί που πρώτα μεταχειρίσθηκαν το μετάξι, ήταν το νυφικό πέπλο, το «κροκίδι». Έβραζαν τις φούσκες των κουκουλιών και κατόπιν τις έγνεθαν, όπως το βαμβάκι. Γινόταν δε η κλωστή χονδρή και κολλαριστή. Κατόπιν άρχισαν να βάζουν στα πουκάμισα τη «λαιμαριά» ή ολόκληρο, ή μόνο γύρω στο πουκάμισο για λόγους οικονομίας. Κατόπιν άρχισαν να τραβούνε λεπτή κλωστή με ένα εργαλείο, που το έλεγαν «μάτι». Άρχισαν το δεξιό και ζερβό κλώσιμο, που στο ύφασμα γινόταν ριγέ το πανί, σαν ψαροκόκκαλο. Έπειτα, τα «ψαλίδια». Εδώ έβαφαν διάφορα χρώματα, αφού προηγουμένως έδεναν κόμβους σφικτούς το νήμα που ήθελαν να βάψουν. Μετά το βάψιμο, το στέγνωναν πρώτα και κατόπιν έλυναν τους κόμβους. Ο κόμβος έμενε άσπρος και το άλλο μέρος του νήματος έπαιρνε το χρώμα που ήθελαν. Τα χρώματα που προτιμούσαν, ήταν το μαύρο – κόκκινο – κίτρινο – πορτοκαλί – μπλέ = γυράνιου. Αυτά τα χρησιμοποιούσαν συνήθως στα πουκάμισα των γυναικών. Τα έβαζαν στους γύρους ή στα πλάγια, που τα έλεγαν «κινάρια». Έβαζαν ακόμη και μετάξι ή κροκίδι. Επίσης, αργότερα και ως μπορντούρες, σε τραπεζομάνδηλα, πετσέτες, γύρους για καναπέ και άλλα. Για την ίδια χρήσι έκαναν επίσης το «μάρτι». Δυό κλωστές διαφορετικού χρώματος, τις έστρυφαν μαζί κι έβαζαν τη λεγόμενη «κιφάλουσ» (μπορντούρα), την οποία πλαισίωναν με μάρτι. Την μπορντούρα δε αυτή, την κεντούσαν με ένα κέντημα, που γινόταν επάνω σε τενεκεδένιες φόρμες (άνθη – φύλα – κύκλους – ορθογώνια, ακόμη και πουλιά), κατόπιν έκοβαν το κέντημα, που ήταν σαν ανεβατό στη μέση και έβγαζαν τη φόρμα. Το κέντημα έμεινε επάνω, όπως ακριβώς τα χαλιά. Τα σχέδια αυτά τα προτιμούσαν στις ποδιές. Οι κοπέλλες συναγωνίζονταν, ποια θα βγάλη, θα επινοήση το καλύτερο σχέδιο.
Η κεντητική τέχνη αρχίζει να προχωρή και να στολίζη τις τραχηλιές των υποκαμίσων, ή τον ποδόγυρο με τη βελονιά, που μοιάζει με το σημερινό τρυπογάζι ή «κουμπουτιδί». Επίσης στον αργαλειό υφαίνουν τα γελόμενα «ματούδια» (ρόμβοι μικροί, ο ένας μέσα στον άλλο και διαφορετικού χρώματος) καφέ – πράσινο – μαύρο και άσπρο. Τα κακαβούδια, άλλη ύφανσις αυτή. Σχηματίζονται λοξές γραμμίτσες, που οφείλονται στο διαφορετικό στρύψιμο του νήματος. Επίσης, οι σπαθωτές μπορντούρες, που γίνονται σαν κέντημα πάλι στον αργαλειό με τη βοήθεια μιας σανίδας πλάτους 4-5 πόντων, και όλο περαστή η κλωστή με το δάχτυλο. Αργότερα κάνουν διάφορα σχέδια σταυροβελονιάς σε κουβέρτες – χαλιά – μαξιλάρια στον αργαλειό, κατά τον ίδιο τρόπο. Δουλειά, που θέλει όλο μέτρημα και δεν προχωρεί καθόλου. Είναι τα λεγόμενα «κεντήδια». Επίσης υφαίνουν τα μαρμαροδίμιτα. Το κέντημα τώρα προχωρεί και στα ανδρικά, αλλά με γαϊτάνι, το οποίο φέρνουν απ’ έξω. Στολίζουν το γελέκο των ανδρών, το «τζιμιντάνι», που είναι αρχοντικό μεταξωτό γελέκο. Αυτά τα έρραβαν άνδρες τεχνίτες, ράφτες, που τους έλεγαν «Φραγγουράφτδεις ή Τιρζήδες». Οι ίδιοι έρραβαν τότε και τα γυνακεία «καφτάνια – μπιντένεις – γούνες - κουντουγούνια». Επίσης των ανδρών το μιντάνι – σαλταμάρκα. Αυτή ήταν σαν καλοκαιρινό σακκάκι. Αργότερα άρχισαν οι γυναίκες να ράβουν τα γυνακεία φορέματα. Αρχίζουν επίσης οι γυναίκες να πλέκουν στο χέρι δαντέλλες με λεπτό μαλί πολύχρωμο, που φέρνουν απ’ έξω, τα λεγόμενα (ταρακλιά). Τη δαντέλλα αυτή τη βάζουν στις ποδιές, τα «θυμιατά». Επίσης πλέκουν με βαμβακερή κλωστή δαντέλλες σε πετσέτες – τραπεζομάνδηλα και ενώνουν τα φύλλα του υφάσματος με τετραγωνάκια πλεκτά. Κάνουν γύρω σε μανδήλια υφαντά δαντέλλα σαν κόμπους, που τα λένε «κουμπιτσούδια», καθώς και γύρω στα μανίκια των γυναικείων υποκαμίσων με κόκκινη ή πράσινη – κίτρινη – γαλάζια και δίχρωμη κλωστή βαμβακερή. Αρχίζουν να προμηθεύωνται απ’ έξω κλωστές λεπτές βαμβακερές, τα «φιλιμένια». Μ’ αυτά εξωραΐζουν πλέον το ύφασμα και το κάνουν πιο λεπτό και ωραίο. Τα σχέδια πληθαίνουν σε ομορφιά και δυσκολία. Επίσης εισάγουν μπογιές διάφορες κι αρχίζουν να βάφουν ωραίες μάλλινες κλωστές και να υφαίνουν καρρώ υφάσματα πολύχρωμα – φανταχτερά – λεπτά – υπέροχα. Πολλά χρώματα δίνουν και μόνες οι γυναίκες στο σπίτι, με φύλλα κυδωνιάς, το καφέ χρώμα, με κάτι ρίζες = αρζάρι = το ερυθρόδανο το βαφικόν· μ’ αυτό έκαναν το πορτοκαλί και το κίτρινο χρώμα (το έβραζαν με καραμπογιά και σταχτόνερο). Το βουτούσαν, πότε στην καραμπογιά και τ’ άφιναν και στέγνωνε, και πότε στο σταχτόνερο και στέγνωνε πάλι. Αυτό το επαναλάμβαναν πολλές φορές, έως ότου έπαιρνε το χρώμα που ήθελαν. Γινόταν σχεδόν όπως η λεύκανσις των βαμβακερών, με τη διαφορά, εδώ έβαζαν το πανί μέσα σε διάλυσι κοπριάς προβάτου 1-2 βράδυα, και κατόπιν πήγαιναν στο ποτάμι και το λεύκαιναν, δηλ., το άσπριζαν. Η δουλειά αυτή γινόταν πάντοτε το καλοκαίρι, για να στεγνώση γρήγορα το πανί από τον ήλιο και να το ξαναβουτούν στο νερό για να το χτυπήσουν και πάλι με τον κόπανο. Η δε βαφή γινόταν όλα με χόρτα και φλούδες, πάντοτε με τη βοήθεια της καραμπογιάς και της γαλάζιας πέτρας (= θεϊκός χαλκός). Επίσης το βιτριόλι, (ζατς) το έρριχναν όταν έβαφαν μάλλινα, στα δε βαμβακερά ξύδι και αλάτι.
Άλλη λαϊκή τέχνη που ξεχωρίζει την εποχή αυτή, είναι η Ξυλογλυπτική. Τεχνίτες ειδικοί κατασκευάζουν σκεύη χρήσιμα, όπως τα ξυλοπίνακα (κλειδουπνάκια). Οι γεωργοί σ’ αυτά έβαζαν το φαγητό τους διότι έκλειναν με καπάκι. Επάνω δε στο καπάκι χάραζαν διάφορα σχέδια, φίδια – λουλούδια – κύκλους – σαλιγγάρια, όλα από τη φύσι παρμένα. Επίσης έκαναν ξύλινες λεκάνες (τικνέδες) για λούσιμο. Τόκες, μαλλόροκες, που τις ζωγράφιζαν με πυρωμένο σίδερο. Έκαναν αργαλειούς – κούνες για τα μωρά (μπισίκια), που φιλοτεχνούσαν με σχέδια γλυπτά παρμένα πάλι από τη φύσι (πουλάκια – λουλούδια – σίδερο). Κατασκεύαζαν επίσης κουτάλια – σταυρούς – σφραγίδες για πρόσφορα (φλουϊστήρια) και άλλα χρήσιμα σκεύη (πυροτεχνία).
Όσο για τη ζωγραφική εξέλιπε την εποχή εκείνη. Αρχίζει να φαίνεται μετά τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο, με χρώματα. Περισσότερο εξελιγμένη είναι η Αργυροχοΐα. Οι ασημουργοί (κουϊμτζήδες), αυτοί κατασκευάζουν όλο με άργυρο, ωραία λεπτά στολίδια για τις γυναίκες καρφίτσες σε σχέδια, πεταλούδες – παντούφλες – σαύρες – έντομα, επίσης σκουλαρίκια και δαχτυλίδια με εργασία λεπτότατη σαν αράχνη, αλλά και χονδρά στολισμένα και δι’ απλής χαράξεως διαφόρων σχεδίων από επαργυρωμένο τενεκέ και γύρω-γύρω κρεμούσαν μικρά χρυσά φλουριά. Αυτά τα έβαζαν όταν ντύνονταν στις μεγάλες γιορτές στα πλάγια στο κεφάλι, επάνω στην (μαγλίκα) (10). Επίσης έκαναν το (μαγγούρ(ι), σαν κολλιέ, όλο από χρυσά φλουριά, το ένα στο άλλο.


Εν’ Σουφλίω τη 4η Ιανουαρίου 1966.
Η Διδασκάλισσα
Μ. Τυφορίδου
1) Βιργούλιζουμ = (σμου) κοπέλλες λυγηρές
2) Τσιντζιλιάρκα(ρικα) = κλωστή ανώμαλη, αλλού ψιλή και αλλού χονδρή, όχι ίσια
3) Μπαμπούρ(ι) = άσχημο πήλινο δοχείο (τσουκάλι)
4) συντομίσ’(η) – συντομίζω = ετοιμάζω
5) στγύφανσ’(η) = στην ύφανση. Από το ρήμα γυφαίνω = υφαίνω στη γύφανση = στγύφανσ’.
6) ξύφανσ’(η) = στο τέλος της υφάνσεως. Το ρήμα ξυφαίνω
7) Γκατζιόλα = το θηλυκό γαϊδούρι (γαϊδούρα)
8) Θεύγα = φύγε, το ρήμα Θεύγου = φεύγω λέγεται και σήμερα
9) Χουρατεύς – χουρατεύω = ομιλώ και χουρατάς = κουβεντολόγι
10) Μαγλίκα = μανδήλα μεγάλη τετράγωνη σαν τραπεζομάνδηλο εμπριμέ σε σκούρο φόντο (καφφέ, μπλέ, πράσινο, μαύρο) την οποία τύλιγαν διαγωνίως αρκετά φαρδιά λωρίδα και την έβαζαν γύρω στο κεφάλι σαν διάδημα. Αυτού και προς τα πλάγια κρεμούσαν τα λεγόμενα (παγώνια). (ιδέ ενδυμασία).