ΧΑΡΑ Η ΓΑΜΟΣ ΣΤΟ ΠΑΛΑΙΟ ΣΟΥΦΛΙ

Χρ. Παπασταματίου – Μπαμπαλίτης, Σουφλί 25/12/63



online επισκέπτες

Free WebSites Counters
Visit Counter 

online
επισκέπτες
 

Free WebSites Counters
Μοναδικοί επισκέπτες
Visit Counter  


ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟΝ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Το να γράψη κανείς «λαογραφικά», δεν είναι τόσο εύκολο, όσο φαίνεται. Και παρατηρούμε ότι: α) Είναι μερικοί που το περιφρονούν, νομίζοντας ότι δεν έχουν λογοτεχνική αξία! Μπορεί να γράψη κανείς όσα θέλει, λένε. Μα ας επιχειρήσουν, και τότε, τα «λέμε».
Όμως, δεν θα επιχειρήσουν! β) Είναι και άλλοι που επιχειρούν· γράφουν, και μη έχοντας το «γνώθι σαυτόν», νομίζουν ότι, όσα έγραψαν είναι άριστα, και σώνει και καλά πρέπει να δημοσιευθούν! Αλοίμονο αν επιχειρήση κανείς να διορθώση τα γραπτά τους! Τους τα χάλασε! Κι αυτοί, άμα τα δουν δημοσιευμένα και τα συγκρίνουν με άλλα, πράγματι καλά, είναι βέβαιον ότι θ’ απογοητευθούν. Επομένως, και κοπιωδεστάτη εργασία είναι, και μεγάλη φροντίδα και πείραν απαιτεί, και ικανότητες πλείστες όσες, εις το πώς θα συλλεγή το υλικόν, αλλά και πως θα διατυπωθή, ώστε να είναι ει δυνατόν άψογον λογοτεχνικώς και άρεστον κατά το μεγαλύτερον ποσοστόν του αναγνωστικού κοινού.
Ένεκα προσφάτου σοβαράς ασθενείας μου, μη δυνάμενος να συνεχίσω με ταχύν ρυθμόν τα «Λαογραφικά» μου, παρεκάλεσα να γράψη όσα γνωρίζει, ως εκ της ηλικίας της, και δύναται, ως εκ της σχετικής μορφώσεώς της, η αδερφή μου Παναγιώτα Παπασταματίου – σύζυγος Ι. Μέρμηγκα, συνταξιούχος διδασκάλισσα, για να αποτελέσουν –ως θέλει- ένα μνημόσυνον για το μονάκριβο παιδί των, που προ ολίγων ετών, κακή τη μοίρα, έχασαν, το Βασιλάκη Ι. Μέρμηγκα.
Προσπάθησα να διορθώσω όσον ήταν δυνατόν και όσο θα επέτρεπαν οι λόγοι που ανέφερα πιο πάνω, αλλά άφησα ακέραιο το αφηγηματικό ύφος και το λεκτικό, με την παράκλησιν όπως οι αναγνώσται προσέξουν στην ουσία και όχι στα παρατηρούμενα φραστικά τινα σφάλματα.
Χρ. Παπασταματίου – Μπαμπαλίτης, Σουφλί 25/12/63

ΧΑΡΑ Η ΓΑΜΟΣ ΣΤΟ ΠΑΛΑΙΟ ΣΟΥΦΛΙ

Καθώς ο αρραβώνας, έτσι και η «χαρά» αποτελεί συνέχεια του πρώτου, και θρησκευτικώς, και μάλιστα, είναι το αποκορύφωμα της ευτυχίας του ανθρώπου πάνω στη γη. Γι’ αυτό, στο γάμο βλέπουμε τις πιο αυθόρμητες ψυχικές εκδηλώσεις όλων των προσώπων που έχουν σχέση με αυτές. Δηλ. του γαμβρού, της νύφης, των πεθερικών, των κουμπάρων, των συγγενών, μα και των φίλων.
Ο αρραβώνας,  σαν απαρχή του γάμου, στα χωριά λέγεται και «σέβασμα». Και αντί να λένε αρραβωνιάστηκε κάποιος, ακούτε να λένε: «Έμαθες; Σιβάσκη ου Γιώργης, τ’ κύρ’ Πρόϊδρου του πηδί» - Θέλουν να πουν αρραβωνιάσθηκε και λένε σεβάσθηκε, διότι με τον αρραβώνα απέκτησε το σεβασμό των άλλων χωριανών. Απ’ εδώ κι’ εμπρός τα λόγια του και οι πράξεις του θα είναι σεβαστά, διότι θα είναι απερίσπαστος, από τα απασχολούντα κάθε νέον φυσικά ζητληματα, κυρίως ερωτικά. Τώρα αυτά θα ανήκουν στο παρελθόν. Με το γάμο δε μάλιστα, γίνεται κανείς πιο σοβαρός και πιο θετικός. Αυτή είναι η αντίληψη του λαού στο ζήτημα του αρραβώνα και γάμου.
Αλλ’ ο γάμος ονομάζεται και «χαρά» διότι εις εκείνα μάλιστα τα χρόνια, προ 100 και πλέον ετών!, μέσα στην πικρή σκλαβιά και στο βαθύ σκοτάδι της αμάθειας, ο γάμος ήταν η μοναδική χαρά του νέου.
Και στην περιγραφή του εθίμου της «χαράς» στο παληό Σουφλί θα την δώσουμε, όπως και για τον αρραβώνα, σε μορφή ενός σύντομου «σκέτς», με πρόσωπα που θα μιλούν στην παληά Σουφλιώτικη διάλεκτο. Μάλιστα δε, και με άρσι αρχικώς μιας παρεξηγήσεως που ήτο συνήθης και τότε, μα συχνά και τώρα, στο προ του γάμου χρονικό διάστημα, με ζητήματα που παρεμβάλουν διάφοροι καλοθεληταί!
Δεν είναι εύκολο δε να αναπαρασταθή το γεγονός σ’ όλες τις λεπτομέρειες, αλλά μόνον στα κυριώτερα και σημαντικώτερα στοιχεία του εθίμου του γάμου. Διότι, πρέπει να ληφθή υπ’ όψιν ότι οι προετοιμασίες του γάμου διαρκούσαν όσο και ο αρραβώνας, ο δε κυρίως γάμος μιαν εβδομάδα –από τη μια Δευτέρα ως την άλλη- οπότε γινόταν τα τελευταία γλέντια.
«Χαρά», λοιπόν! Χαρά του γαμπρού και της νύφης, χαρά των πεθερικών που θα γίνουν παππούδες με τα εγγονάκια στα γότανα, χαρά των αδελφών που θα έλθη κι αυτών η σειρά να παντρευτούν, γιατί η σειρά αυτή τότε ετηρείτο αυστηρότατα. Όμως και σήμερα, δεν λείπουν περιπτώσεις αδελφών που έμειναν γεροντοπαλλήκαρα, εξ’ αιτίας που για κάποιο λόγο δεν παντρέυτηκαν αι αφερφαί των, και των οποίων φυσικά είναι προστάται και στήριγμα.
Και τώρα επί το έργον. Στο κείμενο είχαμε υπ’ όψιν την αφήγηση της αδερφής μου, όπως αυτή τα ήκουσε από τη μάνα μας, ή όπως αυτή θυμάται σαν ηλικιωμένη.
Δέον να σημειωθή επίσης, ότι ο γάμος εγίνετο σχεδόν πάντοτε κατά το διάστημα του χειμώνα ή τουφθινοπώρου, με το τέλος της συγκομιδής και με τα νέα κρασιά!
ΣΚΗΝΗ Α’
(Η σκηνή παριστάνει δωμάτιο Σουφλιώτικου σπιτιού, με την παλαιά επίπλωση· με τζάκι, με εικονοστάσι, καναπέδες κλπ.)
ΠΡΟΣΩΠΑ: Χρύσου, Καλούδα, συμπεθέρες.
Χρύσου. (Καθισμένη μπρός στο τζάκι,  με το χέρι στο μέτωπο, σκυφτή, μονολογεί:) Ου π’ ανάθιμα τς ντουσμανέοι, τ’, τι πήγαν να μας κάμουν. (Κάνει το σημείο του Σταυρού). Βουήθα Χριστέ μ’ κι Παναγιά. Νικκλησιά πήρε ν’ απουλνάει, κι συμπιθιράμ’ δέ φάνκι’ κόμα.
Καλούδα. (Χτυπά την πόρτα, με την παλάμη). Όϊ συμπιθιρά! Που είσι συμπιθιρά,α,α,!
Χρύσου. (Σηκώνεται και προχωρεί στην πόρτα). Ιδώ, είμι. Γύρσα αγλήγουρα που τ’ν Ικκλησιά, κι συ καϊτιρώ. Έλα να κάτσουμιν ιδώ στην παρστιά (1), να γυρίσουμιν ανάπουδα κι τίπουτας για τς ντουσμανέοι.
Καλούδα. (Να γυρίσουμι τς ποδιές μας, κι τα διστιμέλια μας. (Τα γυρίζουν).
Χρύσου. Κι τα πισκέφαλά μας (καθόταν κάτω. Σε χονδρά προσκέφαλα· τα γυρίζουν) Ανάθιμα τς ουχτροί τ’. Έτσ’(ι) να γυρίσ’(η) γλώσσα τς ανάπουδα.
Καλούδα. Δώσι μ’ κι του μασιά να γκαζκαλίσουν τς στάχτ(η), να πάη δλειά μπρουστά.
Χρύσου. (Ενώ ετοιμάζει τα σύνεργα για καφέ). Να, πάρτουν.
Καλούδα. Δώσι μ’ κι του  μασιά να γκαζγκαλίσου τς στάχτ’(η), δλειά. Ανάθιμα τς μιζαβίρδις τ’.
Χρύσου. (Αχ μουρή Καλούδα, τ’ ήταν αυτά. Τέσσιρα χρόνια κιρασμένα (2) τα πηδιά μας. Τι αγάπ’(η) απ’ ούχαν, κι τώρα ίσια στου χαζήρκου, να τα χαλάσουν κι να μη θέλουντη. Άμα μας τα κατάφιραν α! Ποιος τα θαρρούσι ‘φτα.
Καλούδα. Να ξέρς συμπιθιρά, προυχτέ στουν καφινέ, ικεί π’ όπιζαν τα χαρτούδια Πασκάλς μι τ’ εκείνου του μασκαρά τουν Κουσταντή, μάλουσαν για του πηγνίδ(ι), κι τι δε φανάχκαν. Ουχ αλλά, ρε (3), Σένα γιακλή σ’ απ’ παίζ’(ει) καρύδις που τουν κόρφουτς. Κι έβανι κι τα χέρια τ’. Πάνι να ρουτήησς την κάκου τ’(η) Μηλιά να σ’ τα πη. Πήρις κι συ μια πώχ’(ει) στόμα θαν παπούτσ’(ι) κι γλώσσα θαν ψαλίδ’(ι). Κείναν τ’(η) μίγγου, ‘κείναν τ’ ράντου, κείνουν του μαυρουκαργκάτζαλου, κι τι άλλου να βαλς μι του νου σ’. Όσα φύλλα κι κλαδιά, είπε παληου-Κουσταντής για του καϋμένου του κουρίτσ’(ι). Σκώνιτη Πασκάλς, γανιασμένους κι πάει να ρουτήσ’(η) τ’(η) Μηλιά, κι ποιον άλλουν δεν ξέρου. Ότ’(ι) τούπαν τι πίστιψι. Του βράδ’(υ) ήρθι σπίτ’(ι), πουλύ γανιασμένους, κι χίρσι να φανάζ’(η): Δεν τ’ θέλου αυτήναν! Δε θα γίνουν τα στιφανώματα! Είνι βρώμα! Δεν κάμειν για τη μένα. Να πάη να βρη άλλουν. Ρώτατι κι την κάκου τ’(η) Μηλιά. – Μη κάμς έτσ’(ι) βρέ πηδί. Είπαμε γω κι μπουμπάς τ. Αυτά είνι μιζαβιρλίκια. Είνι λόϊα ντουσμανέϊκα. Του κουρίτσ(ι) είνι άξιου κι τίμιου. Φκιάν’(ει) κείναν την πίττα, να πθαμί (δείχνει)! Κείνου του ψουμί, θα μήλου! Κείνα τα πέτουρα, θαν τσιγαρόχαρτα! Κείναν την πάστρα! Ούλα λάμπουν! Έγραψι στουν αργαλειό τόσα σπαργάτσια! Γύφανι τόσα κι τόσα! Τι σπαθουτά, τι καμιλουτά, τι ψηφουτά, γικ(ου) τσέργις, χρυσουχέρα π’ δε ματαγέντη. Κόμα τι θέλς; Κι μας τάπι τα χαμπέρια για τουν Κουσταντή κι νείναν τ’(η) Μηλιά, απ’ δε θέλσαμι τ’ θυγατέρα τς, για νύφ’(η), κι γάνιασι. Τρομάξαμι να του καταπείσουμι του πηδί.
Χρύσου. Ας πιούμι τουν καφέ μας τώρα να μη κρυών’(ει), να κατέβουν κι τα φαρμάκια!
Καλούδα. Σ’πουλλά ‘τ(η) (4). Θιός να τα φέρ’(η) διξιά κι να βουλώσ’(η) τα στόματα ‘που τα ντουσμάνδις.
Χρύσου. Αμήν. Θιός να δώσ’(η). Άμα κι θκή μας, τι έπαθι! Αντάμουσι τούν Πασκάλ’(η) στούν τσιουσμέ. Ούτι καλησπέρα, ούτι χουρατάν (5). Την κύτταξι άγρα-άγρα, γύρσι του κιφάλ’(ι) τ’ σιακεί κι χάθκι θαν καπνός! Θαμάχκι του καϋμένου του κουρίτσ(ι)! Ήρθι σπίτ’(ι) μι τα δάκρα. Μας τάπι κι μας, κι γάνιασαμι ούλ’(οι). Τι τουν εκαμα γω τουν αβανάκ’(η); Άμα δε μι θέλ’(ει) αυτός μια φ’ρά, γω δεν τουν θέλου δέκα φουρές. Σ(η)μάδ’(ι) γιάσκους, τσμάδ’(ι) πληατσούκας! Άμα είχι γνώσ’(η) δε θα πίστιβι στα μαναφούκια. Κι τότις τσ’ είπα: Μη λιές κουρίτσι μ’ λόϊα στουν αέρα. Κάμι καλά κιούλα γισιάσουν. Που θα βρής τέτοιουν λέβιντα; Κι καλά απ’ πρόφτασαν Μούτιου κι Νάτσιου, κι βρήκαν τσ’ άκρις κι τα γίσιασαν μια χαρά.
Καλούδα. Κι τώρα συμπιθιρά, αφού δεν μπόρσαν να χαρούν ντουσμανέοι, ν’ αναπιάσουμι τ’(η) χαρά.
Χρύσου. Καλά, συμπιθιρά. Πρώτα ου Θιός. Έτσ(ι) ας γέν’(η).
Καλούδα. Θα ψήσου στουν ταβά την κλούρα. Θα βάλου απού ψλά τρία κλουρέϊνια αθρουπούδια! Ένα να του φάη νύφ(η), κι τα δυο θα δώστι στα κουρτσούδια απ’ θα την τσακώνουν στ’(η) χαρά. Του βράδ’(υ) θα να ‘ρθουν Νιάτσιου μι του Γιώρ’(η) τσ’ Μούτιους, κι Γιώρς, μπρουστά στν εικόνα, θα τσακίσ’(η) σταυρουτά την κλούρα, ψλά στου κιφάλ’τ’. Του ταχυά θα την κόψτιν κουμματούδια, κι θα τ’(η) μοιράστιν για κάλισμα, μι δυο τρία κουρτσούδια, σι ούλνους τς μαχαλάδις, να ξέρουν. Πασκάλς, θα πάη στ’ νυφούδα να χουρατέψουν λίγου για τ’(η) χαρά, τιέχουν να πουν.
Πόψι, θα τουν προυβουδίσουμιν μι μια κλούρα στου νούνου, κι του Σαββάτου του βράδυ, ένα μπουκάλ(ι) ρακί κι ζαχαρούδις.
Χρύσου. Μεις θα ‘τοιμάσουμιν τα φαηά για τς φλές. Την Τιτράδ’(η), θ’ απλώσουμιν τα ρούχα στου κιλάρ’(ι), ν’ άρθουντι να τα γλέπουν. Την Πέφτ’(η) θα καλέσουμιν τα κουρίτσια, ν’άρθουν να διπλώσουν την προίκα. Γω θα τα φλέψου τραχανάν. Κι την Παρασκιβή, θα καϊτιρούμι νάρτιν να την πάρτι ύστιρα ‘που του μις(η)μέρ’(ι). Δώδικα μισάλις έχουμιν, χώρια στρούμπις.
Καλούδα. Μεις στ’(η) χαρά θα φλέψουμι τουν κόσμου γιαχνί μι μπουλγκούρ’(ι).
Χρύσου. Του Σάββατου – βράδ’(υ), θα κάμουμιν τς γίκνις. Θα βάλουμιν του τάσ’(ι) μι τ’(η) γίκνα στ’(η) μέσ’(η) στού τραπιζούδ’(ι), κι θα βάψουν ούλα τα κουρίτσια τα νύχια τς, κι λόϊρα – λόϊρα θα χουρέβουν μι τα τραγούδια. Την Κυριακή μι του καλό, θκο σας του κορίτσ’(ι) μας. Άϊντι να μας ζήσουν ν’ ασπρίσουν να γηράσουν!
Καλούδα. Αμήν. Που του στόμα σ’ κι στ’ Θιγού του ‘φτι. (Συγχαίρουν αλλήλας). Κι μεις του Σαββάτου – βράδ’(υ) θα κάμουμιν γίκνις, όπους σεις. Κι γειτον’(οι) κι συγγενείς, κι φίλ’(οι) δος του χουρόν ουλ’(η) νύχτα, κι τα κουρίτσια μι’ τ’(η) γίκνα στα νύχια. Κρασί κι μιζέδις, μπόλ(ι)κα. Αλήθεια, συ τι λαλήματα αρέειζς. Γω αρέζου τα διουλιά.
Χρύσου. Ότ’(ι) είνι, δε μι πειράζ’(ει). Νταούλια ας είνι, ζαμάρα ας είνι, Γκουτές μι τ’ λύρα τ’ ας είνι! Άκσι! Διφτέρα θα κάμπιν; Πέτι να ξέρουμιν!
Καλούδα. Πως μάθε! Γέντη να μη κάμουμιν; Ιτοιμάζουντη ‘που τώρα τα καρναβάλια!
Χρύσου. Τότις, να ‘τοιμάσουμιν κι μεις του ρακί, τς μιζέδις κι τα γλυκά.
Καλούδα. (Ενώ σηκώνεται για να φύγη). Άϊντι δα πουλλά τα έτ(η), να μας ζήσουν! Κι τέτοιουν κηρό μι τ’ αγγουνούδ’(ι). Γω ‘που τώρα θα φκιάνου τα σπαργάτσια.
Χρύσου. (Ενώ την αποχαιρετά με θερμή χειραψία). Ώρα σ’ καλή συμπιθιρά, κι Θιός βουηθός. Μι γεια, μι χαρά!
(Αυλαία)
Σημείωσις: Παραλείπω τη σκηνή του σπασίματος του ψωμιού και της χοροεσπερίδος, της «γίκνας», που γίνονται καθώς ακριβώς μίλησαν ανωτέρω οι δύο συμπεθέρες, και παραθέτω τη σκηνή του διπλώματος της προίκας.
ΣΚΗΝΗ Β’
(Πρόσωπα, 10 – 12 κορίτσια, φίλες της νύφης. Η σκηνή στο ίδιο δωμάτιο, με την ίδια επίπλωση, επί πλέον 10 – 12 πήλινες πιατέλλες. Αντί τραχανά, χρησιμοποιούμε ψίχα ψωμιού. Η Χρύσω κι η Τριάδα μπαινοβγαίνουν, κουβαλόντας τις 12 μισάλες και τις στρούμπες).
Τριάδα. Ούλα έτοιμα μαλλή. Να προυβουδήσουμι να φανάξουμιν τα κουρίτσια;
Χρύσου. Κάτσι να ξιαποστάσουμιν λίγου ι θα νάρθουν κείνις μαναχές τς. (Κάθονται, και σχεδόν αμέσως ακούονται βήματα και φωνές).
Τριάδα. Α! να τις έφτασαν κι όλας.
Χρύσου. Ω! καλώς τι κι μαλώσ’ τις. Πάρ’ τουν κόπανου κι δός τις.
Όλες μαζί. (γελαστές και χαρούμενες). Καλησπέρα σας!
Ένα κορίτσι. Να ζήσουν!
Άλλο κορίτσι. Να ζήσουν, να γηράσουν κι έναν γκάτζιου ν’ αγουράσουν!
Άλλο κορίτσι. Η ώρα η καλή! Στιριουμέν’(οι).
Χρύσου. Να δώς’(η) Θιός, κι στι σας τέτχις χάρις.
Όλες. Αμήν! – Αμήν. (Γέλοια, δυνατά).
Τριάδα. Τώρα να κινήσουμι ντ’ δλειά μας!
Ένα κορίτσι. Γω θα μιτρήσου κι θα διπλώσου τα ΄πκάμσα.
Άλλο κορίτσι. ‘Γω θα πάρου τα καφτάνια.
»        »           ‘Γω τς πουδιές.
»        »           ‘Γώ τα διστιμέλια.
»        »            ‘Γώ τα φισουφόρια.
»        »             ‘Γώ τς μιντένις κι τς γίκ’(οι)
»        »             ‘Γώ τς πιτσέτις.
»        »             ‘Γώ τα σιντόνια κι τα χράμια
»        »             ‘Γώ τα σιντιρλίκια
»        »             ‘Γώ τα πνακότια κι τς ψουμουμέσαλις
»        »             ‘Γώ τα χράμια κι τίς τσέργις
»        »             ‘Γώ τα δουρίδια κι τς στρούμπις.
(Έτσι η κάθεμιά κοπέλλα κάνει πως μετρά και τακτοποιεί τα ανωτέρω είδη ρουχισμού, και σε λίγο αρχίζουν η κάθε μια τους να λένε:)
Πρώτο κορίτσι. Σαράντα πκάμσα. 10 άσπρα χειρίσια, 10 άσπρα φιλιμέν’(ι), δυό (2) μιταξέϊνια γυφαμένα, τρία κλουσμένα, 3 ψαλίδια (υποκάμισα με σχέδια ψαλιδιών στι ούγες), πέντι (5) γιράνια χειρίσια, πέντι μπουχασέϊνια, δυό κόκκινα χειρίσια! Μπράβου τς!
Άλλου κορίτσι. Είκουσι καφτάνια, δυό ατλαζέϊνια, δυό σαλαματζέϊνια, πέντι μαλλίσια γυφαμένα καφασουτά, δυό σαπρατζέϊνια, δυό χειρίσια γιράνια βαμπακιρνά, κι ένα σια-α-κέϊνιού.
Άλλο κορίτσι. Ουγδόντα (80) πιτσέτις, είκουσ’(ι) άσπρις χειρίσις, σαράντα γιράνιες χειρίσις (μπλέ σχεδίου εξ Ιράν), κι είκουσ’(ι) ψηφουτές άσπρις.
Άλλο κορίτσι. Έξ’(ι) ψουμουμέσαλις για του φαί, είκουσ’(ι) μισάλις για ρούχα, δυό σκαφιδόπανα για τού ζύμουμα, κι 3 πνακώτια.
Άλλο κορίτσι. Δυό γίκ’(οι), πέντι χράμια, εφτά χειρίσια σιντόνια κι δυό ψηφουτά, ιννιά τα ούλατς.
Άλλο κορίτσι. Είκουσ(ι)πέντι μσουφόρια, πέντι γιράνια, πέντι άσπρα μι καφασούδια (καρώ), πέντι Λαχουρένια, πέντι άσπρα χειρίσια μι γιράνις γραμμές, κι πέντι μαλλουβάμπακα.
Άλλο κορίτσι. Δυό κίτρινα μπιντινούδια μαλλίσια, δυό γιράνια βαμπαρκινά, κι δυό μαύρα σαϊακέϊνια.
Άλλο κορίτσι. Δυό πουδιές θυμιατοί, δυό καρμπζιές (6) δυο σαντρατζέϊνς, δυό χαλέίνις, πέντι γιράνις, πέντι μαύρις χειρίσις, πέντι Λαχουρεϊνις, πέντι ατλαζέϊνις, δυό σαμαλατζέϊνις.
Άλλο κορίτσι. Τριάντα διστιμέλια, δέκα μιταξουτά, δέκα Λαχουρένια, κι δέκα βαμπακιρνά, ούλα αγουρασμένα ‘που του μπιζουριάν’(η).
Άλλο κορίτσι. Ένα κουντουγούν(ι) σιαϊκακένιου, ένα τσουχέϊνιου, ένα πιλιουζέίνιου, κι μια γούνα άσπρηρ (7), πιστέϊνια.
Άλλο κορίτσι. Έξ’(ι) ζιβγάρια μέστια, κι έξ’(ι) ζιβγάρια κόντζια.
Άλλο κορίτσι. Είκουσ’(ι) ζιβγάρια τσιαράπια θκά τς, κι δέκα τ’ αντρού τς, πλιγμένα στου χέρ’(ι) μι χειρίσιου κίτιριπλίκ’(ι).
Άλλο κορίτσι. Δυό μαγλίκς, κι είκουσ’(ι) μαντήλια. Μια στρούμπα για παρταλότσιργις (κουρελιές), μια στρούμπα σ-ντιροπάνου, μια στρούμπα ‘που άσπρου χειρίσιου κι μια ‘που σιαϊάκ’(ι).
Άλλο κορίτσι. Κι σώθκαν! Τώρα να ράψουμιν τς μισάλις κι τς στρούμπις. Βιλόνις πήραμιν μαζί μας ‘που τα σπίτια μας. Τρανές, σακουράφις.
(Και αρχίζουν τώρα οι ευχές, ενώ συγχρόνως σκυφτές ράβουν).
Ένα κορίτσι. Μπράβο σ’ Τριάδου. Κι μι του πάραπαν’. Να ζήησς (8).
Άλλο κορίτσι. Να ζήησς Τριάδου, να τα χαίριση. Χρυσά τα χέρια σ’.
Άλλο κορίτσι. Παρταλούδια να γένουν.
Άλλο κορίτσι. Να τα κατρούν καμμιά δικαρά γκζάνια!
Χρύσου. Τι γιλάτι μουρή ούλις σας έτσ(ι) γκιβρέτ(ι)κα;
Μια κοπέλα. Ότ’(ι) γιλούμι. Συ δεν κάμ’(η) ν’ ακούησς.
Τριάδα. Τώρα να τ’ αραδιάσουμιν ούλα στουν Κισέ, κι να φέρουμιν του τραχανά.
(Φέρνουν εν πρώτοις μια χάλκινη λεκάνη, το «λιγέν’(ι)», και μια χάλκινη κανάτα, το «κμάρ’(ι)», και μετά την άλλη νίβονται και σκουπίζονται. Έπειτα κάθονται κάτω, στρώνονται οι «μισάλες» (πανιά φαγητού), τοποθετούνται εμπρός των πήλινα πιάτα γεμάτα τραχανά, (πληγούρι βραστό με λάδι, σαν κρέμα), και αρχίζουν να τρώγουν με τα δάκτυλα, ενώ λέγουν: Τι νόσ(ι)μους! (νόσσιμους, νόστιμος). Και σε λίγο τραγουδούν το παρακάτω άσμα. Στο τέλος πίπτει η αυλαία).
Άσμα!
«Ανάθημα τουν αίτιουν, κιαμπειρία ‘νάθιμα τουν
μαζώνει κόσμου κι πηδιά, κι ούλα τα φτουχουπαίδια,
μαζώνει κι έναν νιόγαμπρουν, τρεις μέρις παντριμένουν
Την Κυριακή παντρεύουνταν, τ’ Διφτέρα ούλη μέρα,
κι την Τιτράδη του προυί, κουντά να δώση ν ήλιους,
κι τη μανά του έλιγι, κι τη μάνα του λέει:
- Καλά μάνα μ’ τη νύφη σου, καλά να την κυττάζης
να μην του νοιώση νύφη σου, κι θα χιρήσ’ να κλαίη.
Κι νύφη τς πάλι τώννοιουσι, κι χίρισι να κλαίη.
- Ικεί π’ θα πας γιρέντη μου, κιγώ μαζί σ’ θα νάρθου,
να μαειρεύου να δειπνάς, να στρώνου να κοιμάση.
- Ικεί π’ θα πάνου γω κουρή μ’, κουράσιου δεν πααίνει,
δέ μαειρεύουν, δε δειπνούν, δεν στρώνουν, δεν κοιμούντη».
(Ί, ι, ι, Ίχου! Ί, ι, ι, Ίχου)
ΣΚΗΝΗ Γ’
Είναι Παρασκευή απόγευμα. Το ίδιο δωμάτιο, με την προίκα στη γωνία. Πρόσωπα: Πολλά κορίτσια και όλα τα μέλη της οικογενείας. Στη άδεια σκηνή, μπαίνουν πολλά κορίτσι, κι η Τριάδω).
Τριάδω. Ούλα τα ρούχα ιδώ στ’(η) μέσ’(η), στούν ουντά.
Ένα κορίτσι. Ακούουντη τα λαλήματα, (8) αγλήγουρα!
(Πράγματι έξω της σκηνής παίζουν τα όργανα, βιολιά, κλαρίνο ή γκάϊντα. Η προίκα είναι στη μέση του δωματίου. Πρώτη μπαίνει στη σκηνή μια ηλικιωμένη γυναίκα, πίσω της ο γαμπρός και μετ’ αυτόν πολλά κορίτσια. Ο γαμπρός κρατεί μπουκάλι με ούζο και ένα ποτηράκι, και μ’ αυτό κερνά όλους τους παρευρισκόμενους. Πίσω του η Τριάδα κρατεί πιάτο με κομματάκια τυρί, και δίνει από ένα με το χέρι της, αντί μεζέ για το ρακί.
Με την πρωτοβουλία της πρώτης γυναίκας, πιάνονται όλοι στο χορό πλήν του γαμπρού που κερνά, και δέχεται απ’ όλους ευχές. Χορεύουν τρείς γύρους, γύρω από την προίκα, με το ρυθμό της μουσικής, και κατόπιν σταματούν).
Μια γυναίκα. Αντί τώρα. Ας πάρουμιν τη μση(9)  την Τριάδου κι μιθάβιργιου, ούλναν.
Άλλη γυναίκα. Μπρος! Τς μισάλις στού κιφάλ(ι)’ τς στρούμπις στ’ν αγγαλιά, τα μπακ-κ-ρκά στα χέρια, κι πααίνουνμιν.
(Πράγματι, στο σύνθημα αυτό, παίρνουν όλοι κάτι από την προίκα, κι ένας – ένας κατόπιν του άλλου, χορεύοντας, βγαίνουν έξω. Το θέμα μοιάζει σαν πομπή των Παναθηναίων).
Άσμα επίκαιρον
Άσπρα μου πιριστέρια, μαύρα μου πουλιά
στούν τόπου που θα πάτι, αντά γυρίσιτι,
να γράψου μια γραφίτσα στα φτιρούδια σας
να πάτι την καλή μου χηριτήματα.
Να μην της πήτι χάθκα κι ούδι πέθανα
μόν’ να της πητ’ παντρεύκα μέσ’ στην Αρμινιά.
Πήρα αρμινοπούλα τς μάγισσας κουρίτσ’(ι),
μαγεύει τα παληκάρια κι δεν έρθουντη,
μι μάγιψι κι μένα, κι δεν έρθουμι.
ΣΚΗΝΗ Δ’ (Ντύσιμο της νύφης)
Σημείωσις:
Είναι Κυριακή: Αναμένονται τα κορίτσια στο σπίτι της νύφης να τη στολίσουν. Η Τριάδα με βοηθό τη θεία της, σιγυρίζει. Βάζει στο μέσον ένα τραπεζάκι και πάνω σ’ αυτό το σ(υ)νί (=chνί), με τα νυφικά και κάτω καναπές στρώθηκε. Όλοι βρίσκονται στην εκκλησία. Η μάνα της βοηθεί επίσης στο σιγύρισμα.
Τριάδα: Καλημέρα μαλή’μ. (μάνα μου).
Χρύσου. Καλημέρα σ’ πηδί μ’. Θιγός να σε βουηθάη. Απού σήμερα θαν ξέν(η) θα νάρθιση στ’(η) αυτό του σπίτ’(ι). Κύτταξι να μη μ’ αστουχίσεισς. Αν τα ξιαδιάειζς (ξιαδιάζεις) να νάρθιση να μη γλιέπς. Αυτά είνι για ούλουν τούν κόσμου.
Τριάδα. (Έξω ακούονται χαρούμενες φωνές). Έρθουντι τα κουρίτσια. (Και κάνει το σταυρό της, το ίδο και η μάνα της).
Όλες οι κοπέλλες. Καλημέρα Ντιάντιου. Να ζήστι, να γιράστι, ν’ ασπρίστι. Στιριουμέν’(οι). Θιός να σας δώσ’(η) πουλλά πηδιά. Κι αγγόνια ν’ αξιουθήτι.
Τριάδα. Καλώς τα κουρίτσια μας. Φκαριστούμι για τς ιφκές σας. Κι στι σας τα ίδια. Πάρτι να σας κιράσουμι. (Και παίρνει το δίσκο με ούζο και καραμέλλες καμπάδικες).
Ένα κορίτσι. Μεις δεν πίνουμι ρακί. Θα πάρουμ’ που δυό ζαχαρούδις. (Παίρνουν, η μια μετά την άλλη).
Άλλο κορίτσι. Τώρα του σταυρό μας κι να κνίσουμι να φκιάνουμιν τ’ νύφ(η). Να κάνουμιν πρώτα του Σταυρό μας. (Στέκονται όλες μπροστά στην εικόνα και στη κανδήλα που καίει).
Τριάδα. Άγιους ο Θιός, άγιους ισχυρός, άγιους αθάνατους, ελέησον ημάς. Βασιλεύ ουράνιε, παράκλητε….
Ένα κορίτσι. Πάρτι τώρα Τριάδου τα ισόρουχα σ’ κι πάνι ν’ αλλάξς.
Άλλο κορίτσι. Τώρα να ‘τοιμάσουμι τα νυφιάσια. (Τα παίρνουν στα χέρια τους και τα επιθεωρούν).
Τριάδα. (Μπαίνει με ατλαζωτό καφτάνι και φορεί κεντημένα παπούτσια). Να ντύθκα.
Ένα κορίτσι. Κάτσι τώρα ιδώ στου σκαμνί κοντά στού τραπιζούδ(ι). Πρώτα να σι χτισίνουμιν. Έλα Δέσπου (10) απ’ ξερς να φκιάνς φαρδά κόσα (κοτσίδα).
Άλλη κοπέλλα. Να του χτέν’(ι). Να κι τα καρμπόνια (ασημένια νομίσματα τρυπημένα). Πλέκονται στην κοτσίδα, με κορδέλα μώβ ή άλλο χρώμα για βάρος και ομορφιά Χτένισμα της νύφης).
Άλλη κοπέλλα. Τώρα τ’(η) μπλάνα (11) μι τα φλουριά κι τα γρουσούδια.
Άλλη κοπέλλα. Τώρα τ’(η) μπουρλιά μι τς ντούμπλις.
Άλλη κοπέλλα. Τώρα τς καρφίτσες στου ‘πουκάμισου.
Άλλη κοπέλλα. Τώρα του διστιμέλ’(ι) (12). Να φαίνιτη κι κόσα.
Άλλη κοπέλλα. Τώρα τ’(η) μαγλίκα. (Η μαγλίκα είναι μανδύλα χρωματιστή. Δένεται ιδιορρύθμως γύρω στο κεφάλι, και στερεούνται σ’ αυτήν οι άκρες από το δεστιμέλι).
Άλλη κοπέλλα. Τώρα θα βάλουμι την κφάτα τν άσπηρ. (Η κφάτα είναι ένα σκουφάκι σαν τσιολάδικο φέσι).
Τριάδα. Νιάτσιου μας (η Αθανασία μας) είχε κόκκιν’(η) κφάτα.
Άλλη κοπέλλα. Τώρα ψηλά στην κφάτα θα βάλουμιν τς σκέπ’(η). Μπρουστά του κόκκινου κι πίσου του γαλάζιου. (Η σκέπη αποτελείται από δύο φύλλα αραχνοϋφαντα, ενωμένα με σούρα και φθάνει ως το λαιμό. Από τα πλάγια φαίνεται η κφάτα).
Άλλη κοπέλλα. Τώρα θα κριμάσουν τα τέλια.
Άλλη κοπέλλα. Τώρα θα στήσουμιν τα παγούνια.
Άλλη κοπέλλα. Κι τώρα απάν – απάν’ τ’(η) γιρλάντα μι τ’ άσπρα λουλούδια. Φέρτι τς παραμάνις να την καρφιτσώσουμιν.
Ντέπου (Δέσπω). Έτοιμ(η) νυφούδα! Να μας ζήσ’(η). Σήκου τώρα Τριάδου να προυσ(η)κνήεισς την Παναϊα κι να κατς στου σ-ντ’ρ’(ι).
Δυο κορίτσια. Μεις θα την τσακώνουμιν κι θα κάθουμιστιν κουντά τα.
Ένα κορίτσι. (Πηγαίνει στην πόρτα και φωνάζει). Κάκου Χρύσου έλατι ούλ’(οι) να δγήτι τ’ θυγατέρα σας.
Χρύσω. Να μας ζήησς! κουρίτσι μ’. Ώρα σ’ καλή. (Την φιλεί στο μέρωπο και της περνά στο στήθος ένα πεντόλιρο. Η Χρύσω της κρεμά στο στήθος μαχμουδιέ με φλωρί Κωνσταντινάτο, κι ένα μετζίτι στο χέρι. Η κόρη – νύφη φιλεί το χέρι του πατέρα και της μητέρας, κάμνοντας και 3 εδαφιαίες υποκλίσεις για τον πατέρα και μια για τη μητέρα με κινήσεις αργές και υποβλητκές (13). Βέβαια, προ του φιλοδωρήματος ο καθείς πίνει ένα ποτηράκι κρασί. Μετά τον πατέρα και τη μητέρα, πλησιάζουν τη νύφη, καθισμένη στον καναπέ, και την φιλοδωρούν τα αδέρφια της. Εκείνη τα εναγκαλίζεται και τα ασπάζεται, παραμερίζοντας τη σκέπη της. Κατόπιν ακολουθούν οι συγγενείς, οι γείτονες και λοιποί γνωστοί και προσκεκλημένοι. Ο αρχιοινοχόος  (ένας), γεμίζει συνεχώς την κανάτα, πούναι στο τραπέζι, με κρασί. Το τελευταίο ποτηράκι με κρασί, το πίνει η μάνα της, και το τραπέζι με την κανάτα, το αποσύρουν). 
Ένα κορίτσι. Τώρα να την τραϊδήσουμιν όσου νάρθουν να την πάρουν! Άμα έλα κάκου Χρύσου, πιέ πρώτα του υστερνό του πουτήρ(ι) μι τα φαρμάκια, κι να τα σ(η)κώσουμιν. (Η Χρύσω συγκινημένη κάνει τούτο. Το τραπέζι σηκώνεται, κι’ ευθύς το τραγούδι).
Ξανθή μ’ τι αρματώνιση, τι θέλεις να πααίνεις;
μήνα μανά σ’ σί μάλουσι, μήνα μπουμπάς σ’ σι διώχνει;
Άλλο άσμα
Μην πικραίνιστι κουρίτσια, πως θε να βγ’(η) ένα κουράσιου
για να πάη σι άλλου σπίτι, σ’ άλλη μάνα, σ’ άλλουν κύρη,
σ’ άλλα αδέρφια κι ξαδέρφια
σ’ αλλουνούς γλυκούς νταήδις.
Άλλο άσμα
Ακούς – ακούς μουρ’ νύφη, τι λέει του Ιβαγγέλιου,
τι λέει, τι παραγγέλνει:
τίμα τούν πιθιρό σου τιμά την πιθιρά σου.
τίμα τις αντραδέρφις, να σ’ έχουν κυρά, νύφη.
Ένα παιδί. Έβγατι – έβγατι! Έφτασαν καβαλλαρέοι! Ίφιραν του χαμπέρ’(ι)! Έρθουνιτη συμπιθέρ’(οι) να πάρουν τ’ νύφ’(η)! Γιώργης, του κάπτσι (14) του μαντίλ’(ι), απ’ ούταν σκαλούμενου στ’(η) μουρά (15). (Το παιδί βγαίνει έξω).
Μια γυναίκα (στην άκρη πόρτα): Έφτασι κι του μπαριάκ(ι). Έλα πηδούδ’(ι), μέσα, να σι δγη νύφ(η). (Το παιδί έρχεται κρατώντας το, σε θέσι ώστε να φαίνεται και από τους θεατάς. Η γυναίκα τώρα επεξηγεί:) Να! του γλιέπς νύφ’(η); Αυτό είνι ένα ξύλου γιρό, κρανίσιου. Ψλο, ίσια μ’ ένα μπόϊ. Απού ψλά είνι μυτιρό, ωι είνι ξύλου γιρό, κρανίσιου. Ψλό, ίσια μ’ ένα μπόϊ. Απού ψλά είνι μυτιρό, ωι είνι τσιτ(η)μένου ένα ροϊδου, για να κάμουν νύφ’ κι γαμπρός πουλλά πηδιά. Στου ξύλου στην κουρφή είνη διμένα δυό μαντήλια, ένα άσπρου για τ’(η) νύφ’(η) κι ένα κόκκινου για του γαμπρό. Λόϊρα – λόϊρα έχ’(ει) κριμασμένις ραμάθις μι πατλάκις, για ν’ ασπρίσουν, να γκράσουν, κι άλλις ραμάθις μι σύκα, μήλα κι σταφίδις, για να ζουν νύφ’(η) κι γαμπρός, μι αμόνια κι χαρά. Τώρα, πηδούδ’(ι) συ, θέφγα. (Το παιδί, φεύγει). (Έξω ακούεται διαρκώς μουσική με γκάϊντα, ή βιολιά). Μπαίνουν μέσα τώρα οι νουνοί με τον δίσκο, οι γονείς της νύφης, ο γαμπρός, τ’ αδέλφιά της νύφης, και πολλά κορίτσια. Οι νουνοί την φιλοδωρούν. Η νύφη τους φιλεί το χέρι. Προσφέρεται στους νουνούς ούζο και ζαχαρούδες.
Γαμπρός. Άντι Τριάδου. Σήκου, έλα. Σώθηκαν τα ψέμματα.
Μια γυναίκα. Χιρέτα νύφ’(η) τ’ν εικόνα του μπουμπάς, τ’(η) μάνα σ’, κι τς νούν’(οι) κι τ’αδέρφια σ’. (Η νύφη, αμέσως κάνει τρεις εδαφιαίες μετάνοιες στην Εικόνα, και ανά μιάν στον πατέρα, στη μητέρα και στο νουνό και στη νουνά. Φιλεί στο κεφάλι τ’ αδέρφια της, και συγκινημένη δακρύζει. Τα δυο κορίτσια της κρατούν τη σκέπη και τη βοηθούν).
Μια γυναίκα (αστειευόμενη): Θάματ’(ι) νύφ’(η) πουλιουμάει να κλάψ’(η). Θα τα’ν αφήσουμιν να μιρώσ’(η) κι άλλ’(η) φουρά θα νάρθουμιν να την πάρουμιν. Τι λες νύφ’(η);
Νύφη. Πάρτι μι κι ας κλαίου! (Όλοι γελούν).
Γυναίκα. Καλά νούν’(οι) να μη τσουγκρίστι τα στιφάνια!
(Κι ενώ σιγά-σιγά βγαίνουν όλοι έξω, ακούεται το κατωτέρο άσμα.
Μετά ταύτα, πέφτει η αυλαία).
Άσμα:
Την πήραμι τη νύφη μας, σιαπού την προβουδήσαμι;
στη βρύση για κρύου νιρό, να μην αργήσης νύφη μου.
Καλιάς αργήσου κι ας δαρθώ
καλιά τη μάνα μου να δγιώ,
την πέρδικα κι τουν αϊτό.
Να μ’ έχ’(ει) κι μάνα μ’ συντρουφιά
να μ’ έχ(ει) κι νιός παρηγουριά.
Ί, ι, ι, ι ίχου, Ί, ι, ι, Ίχου!
Σημείωσις: Η νύφη πηγαίνει στην εκκλησία, ή όρθια επάνω σε βωδάμαξο, υποβασταζόμενη από τα καθήμενα κορίτσια, ή σε λαντόνι οι πολύ πλούσιες, ή και με τα πόδια, τη συνοδία όλων των συγγενών και φίλων μετά μουσικής.
ΣΚΗΝΗ Ε’
Δωμάτιο του σπιτιού των πεθερικών, με τα ίδια έπιπλα. Η πεθερά προχωρεί στη σκηνή και αναμένει εις την θύραν. Στον ώμο της έχει καρφιτσωμένο το υποκάμισο, δώρο της νύφης. Σχεδόν αμέσως φαίνεται στη θύρα και ο πεθερός, με το δώρο στον ώμο. Στο χέρι κρατεί το ένα άκρο πετσέτας, ενώ το άλλο κρατεί η νύφη, οδηγούμενη στο δωμάτιο. Η πεθερά ρίχνει στη νύφη ρίζι και βαμβακόσπορο, και δίνει οδηγίες).
Πεθερά Καλούδα. Καλώς τ’ νιφούδα μας. Να ριζώστι κι ν’ ασπρίστιν. Μι του διξί του πουδάρ’(ι) έμπα μέσα νυφ’(η), κι μι τα δυό πάτα ψλα στου μασιά, να γενς σιδιρέϊνια. (Η νύφη συμμορφώνεται προς τις οδηγίες). Τώρα προυσκύνα την Παναΐα τρεις φουρές, κι κάτσι στου σ-ντ’-ρ’(ι). (Η νύφη εκτελεί, ενώ υποβαστάζεται διαρκώς απ’ τα κορίτσια). Τώρα θα στρώσουμιν τα φαϊά για τα νούν(οι) κι για τουν κόσμου, κι όποιους θέλ’(ει) ας τρώει, κι όποιους θέλ’(ει) ας χουρεύ’(ει) ως τη νύχτα. Πασκάλς όθου θα στρώστ’(η) του χουρό, κι θα νάρθιστη να σι παίρειν’(ει) κι σένα νύφ’(η), να χουρεύτιν. Σήκουσι τώρα πίσου τς σκέπ’(η). (Τα κορίτσια βοηθούν στο στρώσιμο του τραπεζιού φέρνοντας συνεχώς πιάτα, ενώ έξω ακούονται βήματα χορού. Η αυλαία κλείνει με τα παρακάτω άσματα χορού).
Άσμα 1ον
Μια Πασχαλιά, μια πασχαλιά
μια πασχαλιά κι μια λαμπρή
μια επίσημη ημέρα πουλάκι μ’ αμάν
μια επίσημη ημέρα Αλέξαντρι,
Αλέξαντρους παντρεύιτι, κι παίρνει μια δασκάλα.
Μπρουστά πααίν’(ει) η μάνα του
πίσου η αδερφή του,
στη μέσ’(η) πααίν’(ει) Αλέξαντρους
θα φύλλου μαραμένου
Κι σαν τους ιδγι ν’Ικκλησιά
σείσκαν τα κιραμίδια.

Άσμα 2ον
Κουσταντή, βρε Κουσταντή, Κουσταντή καλόν πηδί
Κουσταντή καλόν πηδί, πέρνα να πιράσουμι –
ως τουν πέρα μαχαλά, πώ’(ει) τα κουρίτσια τα καλά –
Άρισις βρε Κουσταντή, Άρισις δεν άρισα
Ρίζουντας, πουτίζουντας, του δαχτυλίδι μ’ έχασα.
Όποιους του βρη ας του χαρή, ως την άλλ’(η) την Κυριακή.
Ί, ι, ι, ι ίχου, Ί, ι, ι, Ίχου!
ΣΚΗΝΗ ΣΤ’ «Δευτέρα του γάμου»
(Το έθιμο της Δευτέρας του γάμου, διατηρείται και σήμερα στους λαϊκούς γάμους, όπως ακριβώς εγίνετο και τότε, σ’ όλες τις λεπτομέρειες. Έτσι, όταν περνά η πομπή των καρναβαλιών, γίνεται ανάστατη, όχι μόνον η συνοικία του γαμβρού και της νύφης, αλλά και όλη η πόλις. Διότι η πομπή περνάει από τους κεντρικώτερους δρόμους, και γίνεται ως εξής: Εις ένα δωμάτιο του σπιτιού του γαμβρού, ντύνονται καρναβάλια άνδρες και γυναίκες, οι πιο ζωηροί βέβαια και εύθυμοι τύπου, συγγενών και φίλων, του ζεύγους.
1ο Καρναβάλι. Παριστά μιάν αρκούδα να χορεύη στις διαταγές του αρκουδιάρη, ο οποίος με διάφορα αστεία, σκορπίζει εξαιρετική ευθυμία στους θεατές. Τούτο συμβολίζει τον σύζυγον, ο οποίος φυσικά, δια παντός μέσου οφείλει να επιβάλλη την πειθαρχία στη γυναίκα του. Και ότι αυτή οφείλει να υπακούη, αν δεν θέλη να υποστή τις συνέπειες της παρακοής!
2ο Καρναβάλι. Παριστά μια γυναίκα με παληόρρουχα, που κρατεί στο χέρι ένα τηγάνι, και έχει  πλεξούδες στο κεφάλι, από σκόρδα, κρομμύδια, κόκκινες πιπεριές κλπ. (Παριστά τη γυναίκα στην κουζίνα).
3ο Καρναβάλι. Μια γυναίκα με ρόκα, αδράχτι και λανάρι. Η γυναίκα σαν υφάντρα.
4ο Καρναβάλι. Ένας άνδρας μεταμφιεσμένος σε γυναίκα με πλούσιο στήθος, φουσκωμένη κοιλιά και μεγάλη περιφέρεια. Καθώς περπατεί εντυπωσιακά, προκαλεί μεγάλη ευθυμία και γέλωτες. Είναι ως σύζυγος και μητέρα.
5ο Καρναβάλι. Ένας άνδρας μεταμφιεσμένος σε γρηά, με καμπούρα, μπαστούνι, γυαλιά, και μ’ένα πάνινο μωρό στην αγκαλιά, που μιμείται από καιρού εις καιρόν το κλάψιμο του και που προσπαθεί να το μερώση. Είναι η γιαγιά με το εγγονάκι της.
Άλλο καρναβάλι παριστά την εργασία του ανδρός, κ.λ.π. Όλα αυτά δείχνουν τη νέα ζωή του ζεύγους!
Η πομπή λοιπόν ξεκινά από το σπίτι του γαμβρού, και δια των κεντρικότερων οδών καταλήγει στο σπίτι της νύφης. Εκείθεν επιστρέφει στο σπίτι πάλι του γαμβρού, όπου και διαλύεται.
Προηγείται η μουσική με ρυθμικά τραγούδια χορού. Ο γαμβρός κρατά ένα μπουκάλι με ούζο και κερνά διαρκώς στο πέρασμα, όλους τους γνωστούς του. Έπονται τα καρναβάλια που χορεύουν διαρκώς. Στα κεντρικώτερα σημεία η πομπή σταματά. Στήνεται ένας τρικούβερτος, όπως λέμε, χορός, και τα καρναβάλια αναπαριστούν τους ρόλους των! Σταματά βέβαια και η κίνησις, και πλήθος περιέργων συγκεντρώνεται γύρω-γύρω, για να παρακολουθήσουν. Ομολογώ ότι το θέαμα παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον και για τον πιο δύσθυμο άνθρωπο. Με τα αθώα αστεία και τα σόκιν, διασκεδάζουν όλοι. Πρέπει να σημειωθή επίσης, ότι εις την πομπήν μετέχουν και όλοι οι συγγενείς και φίλοι του ζεύγους.
Το νεαρό ζεύγος, δεν έχει ανάγκη από γαμήλιο ταξείδι. Την επόμενη Κυριακή, πηγαίνει για επίσκεψι στο σπίτι των πεθερικών, όπου τους φιλεύουν. Κι’ από την άλλη Δευτέρα, στα χωράφια του γαμβρού. Δουλειά!
Τα ανωτέρω δύνανται να αναπαρασταθούν επί της σκηνής, και έτσι λήγει το σκετς του γάμου με το τραγούδι:
Ήταν πέντι – έ’ξ(ι) νταήδις κ.λ.π.
Εξήγησις των αγνώστων λέξεων (16)
Όρα και εις 33ον Τόμ. Λέξεων «Θρακικών»
Ντουσ(ι)μανέοι = εχθροί. (Προφορά: Ντουchμανέοι).
Ν’Ικκλισιά: = η εκκλησιά.
Διστιμέλια = Μανδύλα που περιορίζει τα γυναικεία μαλλιά.
Να γυρίσουμιν ανάπουδα τς πουδιές = Δεισιδαιμονία. Για ν’ αποφύγουν τις επιβουλές των εχθρών, εγύριζαν ανάποδα ό,τι έβρισκαν.
Γκαζγκαλίσου = να ανακατέψω. Άλλη δεισιδαιμονία. Καθώς δυναμώνει η φωτιά με το συνδαύλισμα, έτσι και η δουλειά των.
Θέλουντη = θέλονται, αρέσουν ο εις εις τον άλλον. Την κατάληξι αι, την γράφω με η, σαν μακρά. Ίδε Γραμμ/κήν Ιδιωμ/σμών. Τόμ. 33ος.
Γιακλή σ’ = η μνηστή σου.
Καπτήση = αρπάξη.
Κόσιαξι = έτρεξε.
Κόρφος = στήθος.
Ρουτήκες = ερωτήσης.
Μίγγου = ιδιότροπη, παράξενη.
Ράντου = άγαρμπη, αρκούδα.
Κάμειν = κάμνει (= αναγραμματισμός. Βλέπε 33ος τόμ. Θρακικών).
Γίκ’(ου)τσέργις = γίκους = καναπές στη βάσι του τοίχου.
Τσιέργις = στενόμακρες κουβέρτες για τους καναπέδες τοίχων.
Καταπείσουμι = μεταπείσουμε. Να τον κάνωμε ν’αλλάξη γνώμη.
Θκή μας = δική μας, κόρη μας. Τσιουσμές = βρύση.
Θαμάχκι = εθαύμασε.  Μια φρα = μια φορά (= παράλειψις φωνηέντων).
Γιέσ(ι)κους = ακανθόχοιρος (προφ. γιέchκους).
Σ(η)μάδ’(ι) πληατσούκας = σημαδιακός – πλατυπρόσωπος, και Πλιατσ(ι)κουμύτς.
Πίστιβι = επίστευε. Μαναφούκια = κατηγορίες.
Μούτιου = Δήμητρα. Νιάτσιου = Αθανασία.
Ν’αναπιάσουμι = να τακτοποιήσουμε τα του γάμου.
Γιαρντ’μ(ι) = βοήθεια. Πόψι = απόψε.
Να τσακίσουμι ψουμί = να σπάσουμε ψωμί. = Έθιμο κατά το οποίο σπάνε ένα μεγάλο πλατύ ψωμί στο κεφάλι του πεθερού ή του νουνού σταυροειδώς, ως πηγήν ευτυχίας και ευλογίας. Τα τέταρτα πάλιν του ψωμιού να κάνουν μικρά κομματάκια και τα μοιράζουν στους συγγενείς και φίλους.
Γιώρς = Γιώργος. Προυβουδώ = προευοδώ = στέλνω.
Ζαχαρούδια = κουφέτα. Φαηά = φαγητά. Φλές = φιλεύματα.
Τιτράδ’(η) = Τετάρτη. Κιλάρ’(ι) = κελάρι σπιτιού.
Πέφτ’(η) Πέμπτη.
Τραχανάς = Είδος γεωργικών ζυμαρικών, σύνηθες φαγητόν. (Ίδε: Φαγητά Παλαιού Σουφλίου). Παρασκιβή = Παρασκευή.
Καϊτιρούμιν = Καρτερούμε, περιμένουμε.
Νάρτιν = να έλθετε. Πάρτι = πάρετε. Μισάλις = μεγάλα τετράγωνα υφαντά βαμβακερά, του αργαλειού υφάσματα, που μέσα σ’ αυτά τυλίγονται εσώρρουχα και άλλα ενδύματα.
Στρούμπις = τόπια υφασμάτων. Γιαχνί = κρέας.
Μπουλγκούρ(ι) = πληγούρι. (Ίδε φαγητά Σουφλίου, τα οποία θα περιγράψουμε εις ειδικόν κεφάλαιον των Θρακικών).
Γίκνις = Έθιμον του γάμου στο Σουφλί και σ’ όλα τα χωριά της Θράκης. Είναι δε γίκνα, χρώμα κόκκινο, Κινεζικής προελεύσεως, που το χρησιμοποιούν πολύ οι Τουρκάλες για το βάψιμο των νυχιών, των ποδιών και των χεριών. Ό,τι δηλ. η όζια.
Τάσ’(ι) = Μικρό στρογγυλό ταψάκι, βαθύ. Λόϊρα = γύρω.
Θιγός = Θεός, εις λαϊκήν προφοράν. Μπόλ(ι)κα = άφθονα.
‘πού = από. Διουλιά = βιολιά. Μι = με. Ζαμάρα = γκάϊντα, άσκαυλος.
Γκουτές = παλαιός Σουφλιώτης λυρατζής. Πέτι = πέστε, είπατε.
Άκσι = άκουσε. Τότις = τότε. Κηρός = εποχή.
Μαλλή = μάνα, κατά ιδιωματική προφορά του Σουφλίου.
Γκάτζιους = γάϊδαρος. Τέτ’(ι)χις = τέτοιες. Χάρις = χαρές.
Κνήσουμι = αρχίσουμε. Καφτάνια, διστιμέλια κ.λπ. = (Βλέπε εις 33ον τόμ. Θρακικών: Τι φορούσαν οι Σουφλιώτισσες).
Γιράνια = μπλέ βαμβακερά υφαντά. Πνακώτια = υφάσματα για την πινακωτή. Χράμια = μάλλινες κουβέρτες έγχρωμες.
Ψηφουτά = ψηφιδωτά, με σχήματα γεωμετρικά, Βυζαντινού ρυθμού.
Λαχουρέϊνια = σε σχέδιο Λαχώρης των Ινδιών. Ήτο ύφασμα εξ Ινδιών.
Σαντρατζέϊνις = Είδος μαλλίνου εγχρώμου υφάσματος.
Χαλέϊνις = σαν χαλί. Κεντημένο στον αργαλειό ύφασμα χοντρό.
Σαμαλατζέϊνις = Ύφασμα ριγέ μεταξωτό με χρώματα κίτρινο και κόκκινο.
Μπιζουριάνς = Υφασματοπώλης. Πηλιουζέϊνιου = ύφασμα γυαλιστερό.
Κόντζια = Μέστια ψηλά, που δένονται με φιογκάκι.
Κισές = γωνία. Μσή = μισή. Θάν = ισάν. Αστουχώ = ξεχνώ.
Παγούνια = διακοσμητικά πτερά παγωνιού. Τραϊδώ = τραγουδώ.
Ιβαγγέλιου = Ευαγγέλιο. Αμόνια = ομόνοια. Θέφγα = φύγε.
Τσουγκρίστι = μη χτυπήσετε. Αλοίμονο! Το τσούγκρισμα των στεφανιών κατά την τριπλή αλλαγή, εθεωρείτο πολύ κακός οιωνός. Ότι δηλ. το ζεύγος θα έχη γκρίνιες. Και σήμερα, πολύ προσέχουν σ’ αυτό.