ΜΑΡΤΣΟΜΥΛΟΙ ΣΟΥΦΛΙΟΥ
Παπασταματίου-Μπαμπαλίτης Χρήστος δάσκαλος



Content on this page requires a newer version of Adobe Flash Player.

Get Adobe Flash player

Free WebSites Counters
Visit Counter 

online
επισκέπτες
 

Free WebSites Counters
Μοναδικοί επισκέπτες
Visit Counter  



ΜΑΡΤΣΟΜΥΛΟΙ ΣΟΥΦΛΙΟΥ

Την τεράστια δύναμη των νερών του Έβρου, του μεγαλύτερου ποταμού της Ελλάδος, δεν αφήκαν ανεκμετάλλευτη οι εργατικότατοι παλιοί Σουφλιώτες, κι έτσι κατασκεύασαν κατά μήκος των Δυτικών οχθών, ποταμόμυλους, που τους ωνόμαζαν «Μαρτσόμυλους», από το έτερο όνομα του ποταμού αυτού γνωστού ως «Μαρίτσα» (1), Μάρτσα, πιο ιδιωματικά. Και για τη λειτουργία των Μαρτσόμυλων αυτών διάλεξα ως αφηγητή τον εξάδερφό μου Γιάννη Π. Γκουντιάκα, πατέρα της θεολόγου καθηγήτριας Φιλοθέης Γκουντιάκα.
Τούτο, διότι είναι και ηλικιωμένος ως 75 ετών αλλά και ηργάσθη πολλά χρόνια σε δικό τους Μαρτσόμυλλο, με το μπαμπά του, και τον αδερφό του Θανάση Γκουντιάκα, ή «ψύλλο» (παρατσούκλι).
Κατευθύνοντας λοιπόν καταλλήλως τη συζήτησή μας, τον αφήνω να μας διηγηθή τα εξής:
Στα παλιά χρόνια, δεν υπήρχαν «φάβρικες», δηλ. μηχανοκίνητοι αλευρόμυλοι, κι έτσι αναγκάζονταν όλοι ν’ αλέθουν τα σιτηρά των στους νερόμυλους που υπήρχαν στις ρεματιές, καθώς στο Κιόϊντερε, στο Τρανό Ρέμμα, στο Μαγκάζι, αλλά κυρίως στους «Μαρτσόμυλους».
Οι Μαρτσόμυλοι αυτοί (=ιδιωμ. Μαρτσόμπλοι και Μαρτσουμπλέοι) βρισκόταν σε μεγάλη ακμή από το έτος 1907 και πιο μπροστά, τότε που δεν υπήρχαν αλευρόμυλοι. Ο πρώτος αλευρόμυλος που έγινε στο Σουφλί και που υπάρχει ακόμη σε εντελώς ερειπώδη κατάσταση, κι είναι τώρα ορνιθοτροφείο, ήταν του Χρ. Αραμπατζή, πατέρα του πτηνοτρόφου Μιχ. Αραμπατζή. Κοντά στου Εβραίου τη φάμπρικα (μεταξουργείο). Δούλευε δε με ατμό. Μετά έγινε του Αλκιβιάδη που τον αγόρασε από χρόνια ο Δημ. Φούσκας με λεφτά που έφερε όταν γύρισε απ’ την Αμερική, και μετά τον αγόρασε ο Νικ. Γκαργκάνας. Αλευρόμυλο είχαν κι οι Καραγιώργηδες, τώρα σιδεράδες.
Στους Μαρτσόμυλους, ερχόταν και άλεθαν όχι μόνο από το Σουφλί, αλλά και απ’ όλα τα γύρω χωριά, εντεύθεν και εκείθεν του Έβρου, Κεσσάνη, Κιουπλί, Μακρά-Γέφυρα, Ντουγαντζή, κλπ.
Τέτοιοι μύλοι ήταν πολλοί στη σειρά. Πιάνανε από την τοποθεσία «Ζέρβα-αντασί», ως τη «Σκάλα» (2), απέναντι στο Σουφλί. Και θυμούμαι τους εξής μύλους.
1) Του μπαμπά μου Παναγιώτη Γκουντιάκια, ο δικός μας.
2) Του Τσουλουβή, που ήταν με διπλές πέτρες, που γυρνούσε με δύο ντουλάπια και τον δούλευαν τρία αδέρφια: Ο Γιώργης, ο Δημήτρης, κι ο Δήμος, παππούς των κρεοπωλών Δημάκου και Αθαν. Τσουλουβή.
3) Του Γιάννη Μανάβη, που είχε και τα παιδιά του Θόδουρη και Δημήτρη.
4) Του Μαλιαχούστια, δηλ. του πάπο-Χατζή, και τουΘανάση.
5) Του πάπο Στάμου Παλαβούζη, με τα παιδιά τους, Βασίλη και Θανάση και
6) Του Θόδωρη Σέρεντη, στην απέναντι Ανατολική όχθη, και που τον κατέσχον οι Τούρκοι μετά την κατοχή της Ανατολικής Θράκης στα 1923.
Τι άλεθαν οι μύλοι και τι «σιούρι» (=αλεστικά) εισέπρατταν. Άλεθαν, όλα τα σιτηρά, για ψωμί, και «γιαρμάδες» για τα ζώα. Σκέτο σιτάρι, άλεεθαν πολύ λίγο, μόνο για λειτουργίες (προσφορές) για πίττα και γλυκίσματα, μυκίκια (=λουκουμάδες) και «μπακλαβού» (=μπακλαβά). Όλοι άλεθαν «ανακάτωμα» (=σμιγό), σιτάρι – καλαμπόκι – σίκκαλη, όλα μαζί ένα χαρμάνι. Οι σημερινοί μύλοι-αλευρόμυλοι παράγουν βέβαια άσπρο αρίστης ποιότητος αλεύρι. Αλλά οι παλιοί Μαρτσόμυλοι, έκαναν αλεύρι για ψωμί πιο νόστιμο, διότι δεν το καίγανε το αλεύρι. Οι μυλωνόπετρες, ήταν πάντα κρύες.
Τα αλεστικά δικαιώματα του μύλου, ήσαν 10%, και η οκά του αλεύρου ήτο 3-4 δεκάρες. Οι κουλουρτζήδες, για να κάνουν τα «κουλίκια» (=κουλούρια), και τα «σιμίτια», αγόραζαν αλεύρι απ’ το εμπόριο, και το λέγανε «αντέσσα» (=Οδέσα), ως προερχόμενον από την Οδησσό της Ρωσσίας.
Οι φουρνάρηδες με «αντέσσα» κάνανε το «χάσικο» (=ολόλευκο, αγνό, καθαρό) ψωμί, που το αγόραζαν και έτρωγαν οι χωρικοί στα «παζάρια» και τα πανηγύρια, απαραιτήτως και με χαλβά «μηλέϊνιον», δηλ. τον σημερινό σουσαμένιον.
Πριν γίνουν οι «φάβρικες», τα σιτηρά τα φέρνανε στους Μαρτσόμυλους, οι ίδιοι οι παραγωγοί με βωδάμαξα ή γκατζιόλια (=γαϊδουράκια). Μετά όμως πηγαίναμε εμείς οι ίδιοι οι μυλωνάδες, και τα μαζεύαμε από τα σπίτια. Και μας προτιμούσαν, και διότι πηγαίναμε στα πόδια τους, αλλά και διότι κάναμε αλεύρι για ψωμί νοστιμώτερο όπως είπαμε και παραπάνω.
Είδη μαρτσόμυλων και μηχανισμός αυτών. Ήσαν δυό λογιών:          α) Με μια πέτρα, που γυρνούσε με ένα «ντουλάπι» και β) με δύο πέτρες, που γυρνούσαν με δύο «ντουλάπια». Δηλ. μύλοι με εν ζεύγος πετρών, και μύλοι με δύο ζεύγη. Βεβαίως εξαιρέσει ενός, όλοι οι άλλοι μύλοι γυρνούσαν με ένα «ντουλάπι» (=φτερωτή). Μια παλιά παροιμία λέγει: καθένας με το ντέρτι του και ου ντεμερτζής με το νερό του. Δηλ. ήτο αφάνταστα μεγάλη η σκοτούρα του μυλωνά, για να συγκεντρώση το νερό είτε του ρεμματόμυλου, μα πολύ περισότερο του μαρτσόμυλου, με τα φοβερά νερά του Έβρου. Αλλά ας τ’ αφήσουμε το ζήτημα αυτό, για παρακάτω.
Όλοι οι μαρτσόμυλοι ήσαν της ίδιας τεχνικής, της ίδιας κατασκευής. Είχαν μήκος ως 15 μ. και πλάτος 4 μ. Κάθε τέτοιος μύλος, απετελείτο από δύο μέρη. Ένα, όπου ήσαν τα τσιάρκια και οι πέτρες με σανιδένιο πάτωμα σαν σαλόνι και με υπόγειο και ένα ξεχωριστό, παράλληλα στο πρώτο, το «καραβούδι» (=το βαρκάκι) μήκους 10 μ. και πλάτους 1,50 μ., που σ’ αυτό στηρίζονται η άλλη άκρη του «ντουλαπιού», μάλλον ο άξονας που λέγεται και «μάνα», γιατί έδινε την κίνηση σ’ όλα τάλλα εργαλεία.
Ο μυλωνάς κοιμόταν στον κυρίως μύλο, κι είχε σε μια γωνιά πρόχειρο τζάκι με τρύπα στην οροφή της στέγης του μύλου, για να βγαίνη ο καπνός όταν μαγείρευε ή όταν ζεσταινόταν στη φωτιά.
Το κυριώτερο μηχάνημα είπαμε ότι ήτο το «ντουλάπι». Η λέξη είναι τουρκική, και σημαίνει ένα πράγμα που γυρίζει διαρκώς. Ντουλάπι λέγανε οι μπαξεβάνηδες το σύστημα των κουβάδων που είχαν πάνω στην «πηγάδα» των, τη «χαβούζα» αλλοιώτικα, για να ποτίζουν τους μπαχτσέδες. Ντουλάπι έλεγαν κι οι νοικοκυρές το ντενεκεδένιο κουτί με ένα μακρύ άξονα, που σ’ αυτό ψήνανε, ή μάλλον «καψαλίζανε» τον καφέ, στο τζάκι, στη φλόγα της φωτιάς.
Το ντουλάπι αυτό απετελείτο από ένα τεράστιο στερεό δρύϊνο δοκάρι σε μάκρος 10 μέτρων, και σε πλάτος 0,40 μ., τετράγωνο. Άρχιζε από τη μέση του υπογείου του κυρίως μύλου κι έφθανε ως το «καραβούδι» όπου και στηριζόταν, σε ειδική θέση, ώστε να γυρίζη εύκολα. Στα δύο σημεία βέβαια όπου εκυλίετο ο άξονας, ήτο κυλινδρικό, και κυλινδρικά ήσαν τα σημεία της υποδοχής του στο μύλο και στο καραβάκι.
Είχε ακόμη 36 «κόλλια» (ακτίνες δηλ.) από 9 σε κάθε πλευρά, μπηγμένα πολύ γερά στο σώμα του άξονα αυτού και παράλληλα, μήκους 21/2 -3 μ., συνδεδεμένα μεταξύ τους, και στην άκρη ενωμένα με ένα γερό σανίδι πλάτους 0,50 μ. Αυτά βυθίζονται μισό μέτρο μέσα στο θολό νερό του ποταμού, και με την τρομερή πίεση, γυρνούσε ρυθμικά όλο το ντουλάπι, κι απ’ αυτό έπερνε την κίνηση όλο το μηχανικό σύστημα του μύλου, όπως είδαμε στους ρεμματόμυλους.
Για να έχη όμως μεγάλη πίεση το νερό, κάνανε και τη «δέση». Με τη βοήθεια δηλ. ενός άλλου μικρού καραβιού, βάζανε δεμάτια από κλαδιά, με πέτρες μέσα, ώστε να βυθίζωνται. Τέτοια δεμάτια, βάζοντάς τα τόνα πάνω στ’ άλλο και στερεώνοντάς τα με πασσάλους, έφραζαν όλο το πλάτος του ποταμού (200-250 μ.) ως το «καραβούδι», για να τρέχη το νερό μόνο από το σημείο όπου γύριζε το «ντουλάπι». Εδώ το βάθος του ποταμού θα ήταν ως 5 μ. Βέβαια τόσο πολύ νερό που έχει ο Έβρος, μπορούσε να πηδά και πάνω από τη «δέση», μα το πιο πολύ περνούσε αναγκαστικά από το ντουλάπι. Κάθε φορά τη «δέση» την επεσκεύαζαν, όπου χρειαζόταν. Όλα τα εργαλεία του μύλου, εκινούντο με «τσιάρκια» δηλ. με οδοντωτούς ξύλινους τροχούς, καθώς οι τροχίσκοι των ωρολογιών. Έτσι γυρνούσε, η επάνω πέτρα κι όπως εκυλίετο στην κάτω πέτρα αλέθονταν τα σιτηρά. Θα σημειώσουμε και πάλι ότι, ενώ όλα τα τσιάρκια δεν φαίνονταν γιατί ήταν στον πυθμένα του μύλου, πάνω στο δάπεδο ήσαν μόνον οι πέτρες, και άνω απ’ αυτές το «κοφίνι», «ο διάβολος» κλπ. Στα δύο πλάγια των πετρών ήσαν δύο μοχλοί που λεγόταν «αγκαλιές». Απ’ αυτού ο μυλωνάς κανόνιζε το αλεύρι, να γίνεται κατά βούλησιν, ψιλότερο ή χονδρότερο. Και τούτο, διότι τη βοήθεια των μοχλών αυτών, κανόνιζε το διάκενο μεταξύ των δύο πετρών. Για το χονδρό αλεύρι, το «γιαρμά», άφινε μεγαλύτερο διάκενο.
Φροντίδα του μυλωνά επίσης ήτο, το να λπαίνει και τους άξονες των τσαρκιών με λάδι ή με λυωμένο σαπούνι. Μάστορας του μύλου του, ήτο ο κάθε μυλωνάς. Μα σας τέλειοι μάστοροι, που κάνανε και καινούριους μύλους στο Σουφλί κι αλλού φημίζονται οι: πάπο-Πασχάλαας Μανάβης, κι ο πάπο Μαλιαχούστιας.
Ο μύλος σταματούσε, α) με το «σαβάκι», ένα εργαλείο που έφραζε το νερό, στο μπροστινό μέρος του ντουλαπιού, και β) με το κατέβασμα της πάνω πέτρας, ώστε να γίνη σώμα με την κάτω πέτρα. Για να ξεκινήση πάλι ο μύλος, ενεργούσαν αντιθέτως, ανέβαζαν το «σαβάκι» και την πέτρα.
Για να σηκώσουν το σαβάκι ή να το κατεβάσουν, έπρεπε απαραιτήτως να πιάσουν δύο άνθρωποι, λόγω της τεράστιας πίεσης του νερού. Το «σαβάκι» ήταν είδος «ξυλόχτενου αργαλιού».
Οι μυλωνάδες όλοι ήταν πολύ φιλόξενοι. Στους επισκέπτες, πρόσφεραν την ονομαστή «μυλωνάδικη μπογάτσια» ψημένη στη «θράκα» ή πιο καλά στη «γάστρα-μπόσνα» (=χωματένια εξ ολοκλήρου). Αλλά ακόμα και λουκουμάδες και «λαγγίτες» (Βλέπε Θρακικά τόμ. 33ος).
Το χειμώνα, τους μύλους τους τραβούσαν πίσω σ’ ένα κολπίσκο, που τον λέγανε «κόρφο» με κάτι τεράστιες αλυσσίδες χονδρές, όπως των καραβιών, και τη βοήθεια μοχλού ειδικού, το «μπουρτζιουκάτι».
Για να μπαινοβγαίνουν από την ξηρά, μέσα στο μύλο, είχαν ένα ξύλινο στερεό διάδρομο, με παράλληλα ξύλα, για να μην γλυστράνε, στο επικλινές επίπεδο, καθώς γίνεται στα πλοιάρια κοντά στην αποβάθρα.
Οι μύλοι, από της κατασκευής των, άντεχαν εύκολα 70-80 χρόνια, οπότε και γίνονταν γενικές επισκευές των. Η χρησιμοποιούμενη ξυλεία, ήτο δρύϊνη, ωρισμένα εργαλεία από ιτιά, και σανίδια από πεύκα (=τσιάμπα) της Δαδιάς. Οι μυλωνάδες, χειμώνα-καλοκαίρι μένανε στους μύλους, για να τους επιβλέπουν.