Η ΚΟΥΚΟΥΛΟ-ΑΓΟΡΑ ΣΟΥΦΛΙΟΥ
Παπασταματίου-Μπαμπαλίτης Χρήστος δάσκαλος

online επισκέπτες


Πως γίνεται σήμερα (1968).

Η λειτουργία της κουκουλο-αγοράς Σουφλίου, εφέτος άρχισε την 17 Ιουνίου 1968. Πριν από μέρες βεβαίως, ο Δήμος Σουφλίου ετοίμασε το γνωστό χώρο στην τοποθεσία «Χαρέτσια», παραπλεύρως του Γυμνασίου και Δυτικά του Εθνικού Γυμναστηρίου μέχρι της Σιδηροδρομικής Γραμμής.
Είναι μια έκταση 7.000 τ. μέτρων, εστεγασμένη πρόχειρα με πασσάλους και κλαδιά από λεύκες, ώστε να είναι προφυλαγμένη από τον ήλιο και εν μέρει από τη βροχή. Έτσι, σχηματίζεται μια ωραία δροσερή εκτεταμμένη σκιά, κάτω από την οποία, στο κέντρο είναι τοποθετημένη η πλάστιγγα του Δήμου Σουφλίου, όπου ειδικός υπάλληλος κάνει όλες τις ζυγίσεις των αγοραζομένων κουκουλιών και προς διαπίστωσιν της ακριβούς ποσότητος, αλλά και δια τον υπολογισμόν της 10λέπτου εισφοράς υπέρ του Δήμου.
Στη βόρεια πλευρά είναι εγκατεστημένος ένας υπαίθριος μπουφές με μεζεδάκια και αναψυκτικά. Στην όλη ευρύχωρη έκταση, είναι κι όλας στιβαγμένα σε σακκιά, άφθονα κουκούλια χλωρά, κατά το λεγόμενον, απ’ την παραγωγή στην κατανάλωση, παραγωγών από το Σουφλί μα και από τα χωριά, που τα φέρνουν με βωδάμαξα, αλλά και με πλατφόρμες – τρακτέρ.
Κι έχοντας υπ’ όψιν ο υποφαιν. Σχετική ανακοίνωσιν του Δήμου, μετέβη επί τόπου την 17/6/68, όπου και εχαιρέτησε τους γνωστούς του παραγωγούς, ως και τον παρευρισκόμενον επί της τάξεως εκ μέρους της Υποδιευθύνσεως Χωροφυλακής, Ενωμοτάρχην κ. Καπετανάκην. Η αγορά άνοιξε, με την καθωρισθείσαν υπό της Εθνικής Κυβερνήσεως αρχικήν τιμήν ασφαλείας των 47 δραχμών κατά κιλόν, και με πρώτον πηλητήν κουκουλιών τον κ. Ελευθέριον Τιάκαν, και πρώτον αγοραστήν τον κ. Τάκην Παπατσαρούχαν. Ο Διευθυντής του νέου Μεταξεργοστασίου Σουφλίου κ. Δημ. Σακελλαρίδης προσέφερε δια τα Α’ ποιότητος κουκούλια δρχ. 50. Η «κοινοπραξία» των κουκουλοπαραγωγών προέβη μάλιστα σχετικώς εις την εξής ανακοίνωσιν εκφωνηθείσαν από την μικροφωνικήν εγκατάστασιν του Δήμου: «Σηροτρόφοι, το Κρατικό Μεταξεργοστάσιο Σουφλίου, θα αγοράση κουκούλια Α’ ποιότητος προς 50 δρχ. το κιλό, και Β’ ποιότητος προς 47 δρχ. Όλοι όσοι θα πουλήσουν κουκούλια στο εργοστάσιο, θα συμμετέχουν κατά 30% των βιομηχανικών κερδών καθώς και 50% των κερδών της εξαγωγής των κουκουλιών. Πρώτη φορά οι παραγωγοί, εκτός της αξίας των κουκουλίων. Πρώτη φορά οι παραγωγοί, εκτός της αξίας των κουκουλίων των, θα έχουν και μέρισμα από βιομηχανικά κέρδη». Η αγοραπωλησία των χλωρών κουκουλίων, θα διαρκέση 15-20 μέρες. Επομένως το ζενίθ των πωλήσεων θα είναι κατά τα τέλη της τρεχούσης εβδομάδος, οπότε και η κίνησις είναι τέτοια, ώστε να κατακλύζεται όλος ο χώρος και μάλιστα δύσκολα να επαρκή. Ως προς την τιμήν των κουκουλίων, χώρος και μάλιστα δύσκολα να επαρκή. Ως προς την τιμήν των κουκουλίων, ήκουσα και πολλούς σηροτρόφους, αλλά και εκ στόματος του Δημάρχου Σουφλίου κ. Ελευθερίου Κακαλή, ότι αι καθωρισθείσαι 47-50 δρχ. κατά κιλόν, μόλις καλύπτουν τα έξοδα και τον αφάνταστον κόπον και μόχθον των παραγωγών. Καλόν θα ήτο, εάν σύμφωνα φυσικά με τα δεδομένα της παγκόσμιας αγοράς των κουκουλίων, ανήρχετο η τιμή κατά χιλιόγραμμον τις 55-60 δραχμές.
Βεβαίως το όλον ζήτημα της πωλήσεως των κουκουλίων είναι αληθώς δαιδαλώδες και δέον όπως αντιμετωπισθή παρά των ειδικών γεωπόνων και αρμοδίων παραγόντων του Υπουργείου Γεωργίας εν συνεννοήσει μετά των Σηροτρόφων.
Ως προς την ποσότητα των κουκουλίων, αυτή εις την αγορών Σουφλίου προβλέπεται να φθάση τους 500-600 τόννους. Την πρώτη ημέρα ζυγίσθηκαν 41/2 τόννοι. Η ποιότης είναι μεν αρίστη, αλλ’ οι βόμβυκες είναι μικροί εν συγκρίσει με άλλες χρονιές. Ο μεταξόσπορος είναι και πάλιν παραγωγής Ιαπωνίας. Ας εξετάση τα ζητήματα ο αρμόδιος γεωπόνος. Επ’ ευκαιρία ημείς ευχόμεθα δι’ εφέτος και στους παραγωγούς και στους εμπόρους ικανοποίησιν των προσδοκιών των, και με το καλό και για του χρόνου.

Β) Ιστορικά και Λαογραφικά στοιχεία.

Αν και δεν υπάρχουν επίσημα δεδομένα, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι «η κουκουλαγορά πρέπει να χρονολογείται από τα 1867-70 περίπου, για να φθάση στο ζενίθ στα 1910-14, οπότε η πωλούμενη ποσότης ανήρχετο στα 1.500.000 κιλά, εξ ων το 1.000.000 παρήγοντο μέσα στο Σουφλί. Δεν αποτελεί τούτο καμμιάν υπερβολήν, δεδομένου ότι υπήρχαν σηροτρόφοι, καθώς ο πάπι Γιάννης Μπρίκας, ο Μαλιαχούστιας, ο Μπουντζιούκας και πολλοί άλλοι που ‘φύλαγαν’ (=εξέτρεφαν), 20-30 κουτιά μεταξοσπόρου κάθε χρόνο, με μέση απόδοση 60-70 κιλά το κάθε κουτί. Το Σουφλί είχε τότε 2.500 οικογένειες. Κι αν βάλουμε μέσον όρον εκτροφής 4 κουτιά για κάθε οικογένεια, γιατί είναι βέβαιον ότι όλες ‘φύλαγαν’ κουκούλια, με 70 κιλά, έπεται ότι σε κάθε νέα εσοδεία παρήγοντο περί τα 700.000 κιλά».
Τα κουκούλια τ’ αγόραζαν έμποροι από το Σουφλί, καθώς οι Μπρικαίοι, Τσακιραίοι, Καλπακαίοι, και από άλλες πόλεις της Θράκης, αλλά και του εξωτερικού, Γάλλοι και Ιταλοί.
Τότε είχαν ανεγερθή τα περίφημα «Μπετζελίκια» δηλ. οι τεράστιες «σπιταρώνες» με ένα μόνο δωμάτιο όπου έμενε σαρδελληδόν όλη η οικογένεια, και όλος ο άλλος χώρος για τα κουκούλια, με 3όροφα, 4όροφα «κρεββάτια», εγκατεστημένα μονίμως, έτοιμα για κάθε ετήσια εκτροφή.
Επίσης, τότε έγιναν και τα «Χαρέτσια», εκεί που είναι η βορινή πτέρυγα του Εθνικού Γυμναστηρίου, με σειρές από στερεές τούβλινες κολώνες, ξύλινη οροφή και ευρωπαϊκά κεραμύδια. Ήτο κτίσμα αξίας, ιδιοκτησία του Δήμου Σουφλίου και εσώζετο αν δεν απατώμαι έως το 1925, οπότε και κατεδαφίσθη δια να παραχωρηθή προς κατασκευήν του Γυμναστηρίου. Η λέξη «χαρέτσι» μου είπαν κάτι γέροι ότι είναι Αραβική και σημαίνει την τελειωτική φάση της αγοραπωλησίας. Πράγματι, όταν έληγε η συμφωνία μεταξύ παραγωγών και εμπόρου, ο ειδικός «κύρηξ» εφώναζε: Χάααρετσ’(ι) = τέλος. Αλλ’ άς φέρουμε ένα παράδειγμα. Όπως ήταν συγκεντρωμένα όλα τα κουκούλια με τον κάθε νοικοκύρη, περνούσαν και τα έβλεπαν όλοι οι έμποροι. Ένας απ’ αυτούς έδιδε μια γενική τιμή, για τα κίτρινα π.χ. 55 δρχ., που τα λέγανε και «χρυσάφι». Τ’ άσπρα κουκούλια φθηνότερα, και τα λέγανε «μπαϊντατί».
Τότε ο κύρηκας, εφώναζε: «Κύριοι, κύριοι. Άρχεται η αγορά από τον κ……., χρυσάφι 55 δραχμές. ‘Αααρετσ(ι)!’». Έχει κανείς; Ξαφνικά ακουόταν άλλος έμπορος που έλεγε 56 δραχμές. Αμέσως ο κύρηξ εφώναζε: Κύριοι, κύριοι, ο κ…. (τάδε) 56 δραχμές. Κι έτσι γινόταν ο πλειοδοτικός διαγωνισμός, όπου έφθανε ένας στις 60 π.χ. δραχμές. Και μέσα στη γενική σιγή, ο κύρηξ εφώναζε. Ο … (τάδε) 60 δραχμές. Και μη υπάρχοντος άλλου πλειοδότου ο κύρηξ επανελάμβανε τώρα τρεις φορές: «Αρετσ’(ι) μίααα, Αρεεετσ’(ι), δύο». Και τέλος, με πιο δυνατή φωνή: «Αρεεεετσ’(ι)» κι αυτό εσήμαινε την κατακύρωση, οπότε και αγόραζε ο έμπορος αυτός όλα τα κουκούλια της αρεσκείας του προς 60 δρχ. Τα κουκούλια, μετεφέροντο αποκλειστικά μέσα σε καλάθια, ποτέ με σακκιά.
Τα καλάθια αυτά ήταν ειδικώς κατασκευασμένα, στερεά και μεγάλα ώστε να χωρή το καθένα 25-30 κιλά. Αυτά τα διέθεταν οι έμποροι και τα έπαιρναν απ’ αυτούς οι παραγωγοί, για να τα μεταφέρουν στην αγορά, κι από εκεί μετά την συμφωνίαν, κατά τα προηγηθέντα, στην Αποθήκη του Εμπόρου. Στις αποθήκες των εμπόρων, υπήρχαν και τα «αποπνικτήρια». Ήσαν δε αυτά σαν ντουλάπες με θέσεις για 10 τελλάρα ξύλινα, εις τρόπον ώστε να κυκλοφορεί μεταξύ αυτών καυτός ατμός, από ένα μεγάλο καζάνι με νερό που έβραζε με ξύλα. Κατά το 1930, ο σηροτροφικός Συναιτερισμός εγκατέστησε ειδικό μηχάνημα που είναι ακόμη εν χρήσει και βρίσκεται παραπλεύρως του Γυμνασίου. Με αυτό, η απόπνιξις γίνεται τελειότερα και προ παντός ταχύτερα. Κατόπιν, εργάτες και εργάτριες άδειαζαν τα κουκούλια σε μικρούς σωρούς, και τα εκαθάριζαν διαλέγοντας τα διπλά και τα λερωμένα. Στην εργασία αυτή απασχολούνταν 500-1000 εργάτριες, κι έτσι δεν υπήρχε λόγος οι κοπέλες του Σουφλίου να σπουδάζουν, ούτε οι νέοι. Όμως τα κουκούλια εν τω μεταξύ, άρχισαν να παρακμάζουν. Τα 4 μεταξουργεία της πόλεως έκλεισαν, κι οι κοπέλλες ετράπησαν στις σπουδές, κυρίως στην Παιδαγωγική Ακαδημία Αλεξανδρουπόλεως , αλλά και μερικώς στο Πανεπιστήμιο. Κι αυτός άλλως τε είναι αρχικώς ο λόγος, που το Σουφλί έγινε το φημισμένο δασκαλοχώρι, αφού προς το παρόν έχουμε περί τους 500 δασκάλους και δασκάλες. Έτσι όμως κι η στάθμη του πολιτισμού ανήλθε, και η οικονομική κατάσταση της πόλεως εβελτιώθη σημαντικά.