ΣΟΥΦΛΙΩΤΙΚΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ


online επισκέπτες

αβανάκς κουτός, ανόητος
αβγαντίζου αυξάνω, επεκτείνω
αβλαντίζου κρυφοβλέπω, αγναντεύω
αβτζής κυνηγός
αγιάκτστους αδέξιος, άγαρμπος
αγιάρς πονηρός, κατεργάρης, καταφερτζής
αγιργιάρκους δροσερός
αγκλαντίζου καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι, εννοώ
αγρντίζου στραμπουλίζω, εξαρθρώνω
άζαπου ατίθασο, ανήμερο
αήκς ξεμέθυστος
αϊλιάκς άνεργος
αλιγραίνου ανοίγω το μαλλί
αλματζίκια μασχάλεςς, πλευρά
αναίρουχτα χωρίς χρονοτριβή, αμέσως
ανασκαίνουμι σιχαίνομαι
ανέγρηκους αδέξιος, ατζαμής
αντρουκαλιά δενδρογαλή
απτάλ(ι)ς κουτός, ανόητος
αραδίζου πηγαινοέρχομαι
αραθμώ νοσταλγώ, λαχταρώ
αρίσ(ι) το μακρύ ξύλο στις βοϊδάμαξες
αρκντάκ(ι) κοντό ξύλο για υποστήλωμα πανιού στα κρεβάτια των κουκουλιών
αρπατζίκ(ι) ο σπόρος του κρεμμυδιού
αστριχιά μέρος του οικοπέδου ίσο με το σιατσιάκ(ι) (η στέγη που εξέχει από τον τοίχο)
ατου(ι)ά νάτο
αφανίζουμει επιδίδομαι επίμονα
αχαμνός αυστηρός, τραχύς
βαΐζου γέρνω, κλίνω
βίρβιλου κουρέλι, φθαρμένο
βούγκρους παράσιτο ζώων
βουινιά κόπρανα μεγάλων ζώων, αγελάδα, βόδι, μοασχάρι
βούλιαρ(ι) χόρτο που όταν τα ζώα έτρωγαν πολύ φούσκωναν
βουρδουνιάζου κοκκινίζω
βρούσαμ λέγονταν στο παιχνίδι με τις μπίλιες
γανιάζου θυμώνω
γιαβάνς άνοστος
γιαγκν(ι) πυρκαγιά
γιαγν πυκνό πλήθος
γιακ γύψος
γιακά-πατσιά αρπάχτηκαν, τσακώθηκαν στο άψε-σβήσε
γιακλής αρραβωνιαστικός
γιακσκάνς επιδέξιος
γιαλαμάς πληγή στα άκρα των χειλιών
γιαμούκκ κακοσχηματισμένο
γιαμπουρλούκα κάπα συνήθως με κουκούλα
γιαπρακτσής εργάτης στη σηροτροφία
γιαρμάς ταή βοοειδών, χοντράλευρο
γιατάκ(ι) φωλιά
γιέσκους σκαντζόχοιρος
γιλάσια αγριοχουρμάδες
γιλιντίζου διασκεδάζω, γλεντώ
γιόμπγιους το πύον
   
    ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...