ΣΟΥΦΛΙΩΤΙΚΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ


online επισκέπτες

τράχουμα χρήματα που έδινε η νύφη στο γαμπρό
τσάκνου κλωναράκι ψιλό και ξερό
τσαρπάλια ξερά μικρά κλαδιά
τσέργα κουρελού
τσιαΐρ λιβάδι με αυτοφυές χόρτο
τσιακμακάει αστράφτει
τσιακτίζ(ει) λαμποκοπά, λάμπει
τσιαμ(ι) πεύκο
τσιαμασ(ι)ρ εργαλείο, σύνεργο
τσιάρδα στάμνα
τσιαρδάκ(ι) κιόσκι
τσιαρπτίζου χτυπώ ξυστά
τσιατσιανίζου συνθλίβω, ζουλώ, συμπιέζω, καταπλακώνω
τσιάτσκα φλιτζάνα
τσιαφ(ι) τσουχτερό κρύο
τσιγνές γνάθος, αντιρρησίας
τσιμ-τσιτσί ολόγυμνο
τσινί πορσελάνη
τσιντζίκουμα στενοχώρια
τσιόκους σφυρί
τσιουκανάρα κουδουνίστρα
τσιουρβάς σούπα
τσιουτεύου κλέβω
τσιπουλτάρα δρυοκολάπτης
τσιτίνς σκληροτράχηλος, δυνατός και γρήγορος
τστω μπήγω, αγκυλώνω
τφαν(ι) χιονοθύελλα
φλιατσκανώ μπατσίζω
φουκάλ(ι) σκούπα
φουρκή το μήκος όσο το άνοιγμα αντίχειρα και δείκτη
φουρλαντίζου ξεφυτρώνω, ξεπετάγομαι
φουσκή αποφάγι κουκουλιών, ξεραμένα κλαδιά
φτίτσια μανιτάρια
φυλλουρά φλούδα από κλαδί δένδρου
χαβάν(ι) μπρούντζινο γουδί
χαβούζαλης ποικιλία σταφυλιού
χαϊνέτς ιδιόρρυθμος
χαϊντούτς ανυπάκουος
χάϊτας αυτός που περιφέρεται άσκοπα, αλήτης
χαλεύου γυρεύω, ζητώ
χάμουργκας τυφλοπόντικας
χαμούτια παροπίδες αλόγου
χαρέτσ(ι) στέγαστρο κουκουλοαγοράς
χαρχάλ(ι) στο πάνω μέρος του κεφαλιού του πετεινού είναι το λυρί και στο κάτω το χαρχάλ(ι)
χαρχαλιάζουντι δέρνονται, καυγαδίζουν
χάσ(ι)κου άσπρο
χασ(ι)μούρα άσπρο αφράτο ψωμί
χζ(ι) ορμή, ζωηράδα, ενεργητικότητα
χλιούμπους χονδροκομμένος άνθρωπος
χντζια-χντχια γρήγορα
χόπτηρης ελαφροκίνητος, ελαφρόμυαλος
χούι ελάττωμα, συνήθειο, έξη
χουιάζου διώχνω, φοβερίζω, τρομοκρατώ
χουλ(ι)κό σπυρί, καλόγερος
χουτζιούμ(ι) προσπάθεια, απόπειρα
χούχλους το κόχλασμα του βρασίματος
χρούμπα χοντρό γερασμένο κούφιο δένδρο
ψκέφαλου μαξιλάρι
ψχος ψυχοσάββατο
ώδιδώ εδώ ακριβώς
     
    ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...