ΣΟΥΦΛΙΩΤΙΚΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ


online επισκέπτες

ρουκώνουμι χώνομαι ο ίδιος μέσα
σαβργκν(ι) χιονοθύελλα
σαγανάκ(ι) για λίγο, πολύ μικρή χρονική διάρκεια
σάκαργκας ζωύφιο, παράσιτο
σαϊάς σκεπαστό μαντρί με κλαδιά και χόρτα
σακάς γλάρος
σαμπού επικριτικός χαρακτηρισμός που σημαίνει "μαϊμού"
σαραλκ(ι) ίκτερος
σαρμπέζκιους όμορφος, εμφανίσιμος, ευπαρουσίαστος
σαρπς σκληρός και δυνατός
σαρσάκας απεριποίητος, ατημέλητος, ακατάστατος, ανοικοκύρευτος
σιουρσούρα το τελευταίο ξέπλυμα του κεφαλιού στο λούσιμο
σατρ(ι) μπαλέτα, πλατύ μαχαίρι με ξύλινη λαβή ειδικό για κλάρισμα μορεόφυλλων
σατσ(ι) πέτρινος δίσκος όπου ψήνονταν οι λαγγίτες
σγκούλουμα στρίμωγμα, στοίβαγμα
ζκραμπατζώνου γρατσουνίζω με τα νύχια
ζκράμπια σαρανταποδαρούσα
σι επιφώνημα για να σταματήσει το άλογο
σιαπ(ι) ασθένεια βοοειδών
σιάρβα βρώμικη, σιχαμερή γυναίκα
σιασιρντίζου τα χάνω, σαστίζω
σιμπώ και σιουμπώ αναζωπυρώνω τη φωτιά
σιου παρά ταύτα, κι όμως
σιούμπλια παλιό χριστιανικό έθιμο με ομαδική συνεστίαση στη γειτονιά
σιουρντέν(ι) το παχύ έντερο
σιτζίμ χονδρός σπάγγος
σκλαντζήθρα σπίθα
σκλέντζα ξυλαράκι με μύτες στα δύο άκρα για το γνωστό παιδικό παιχνίδι
σκρίπνια τσιγκούνης, σπαγγοραμένος, τσιφούτης
σουμούν(ι) ολόκληρο το ψωμί
σουρίκ(ι) μακριά ξύλα 4-7 μέτρα που αποτελούσαν εξάρτημα της βοϊδάμαξας
σουρουντίζου μακρηγορώ, καθυστερώ
σπιλνί πόμολο, χερούλι πόρτας
σαργκί εκθέματα σε αγορά
στούμπους γουδοχέρι, οποιδήποτε χονδρή άκρη
στρικλιάζου πανικός στα ζώα μετά από τσίμπημα εντόμου
συμπουτά άλμα σε μήκος χωρίς φόρα
τακμ(ι) είδος
τάλπα χονδρό μαδέρι εξάρτημα βοϊδάμαξας
ταμαχκιάρς άπληστος, εργασιομανής
ταράσ(ι) συλλογή καρπών μετά τη συγκομιδή απο΄τον ιδιοκτήτη
τέκκου μονό
τζάφτις αερολογίες
τζέρτζιλου μικρό βερύκοκο
τζιαβίδα στρείδι
τζιαραβάκια αποδημητικά πουλιά, γερανοί
τζιοπ(ι) κοντό χοντρό κομμάτι ξύλου
τζιουμάκα βέργα
τζιουντζιούνα σούσουρο
τζιντζβές καφεμπρίκι
τιαφ(ι) θειάφι
τόϊ αποβλακωμένος
τουρτούρα τριγώνι
 
    ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...