ΣΟΥΦΛΙΩΤΙΚΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ


online επισκέπτες

νταλντώ μπαίνω, εισβάλλω
ντάμκα κηλίδα
νταμουζλκ(ι) για σόϊ
ντάρμα-ντουμάν(ι) άνω-κάτω
ντιβανές κουτός, βλάκας, ανόητος
ντιβιρντώ αναποδογυρίζω
ντικιντίζουμι επιμένω
ντικντικινέ κατακόρυφα
ντικς αμετάπειστος, ισχυρογνώμων, πεισματάρης, επίμονος
ντιξνιέρ(ι) τσεκούρι με δύο κόψεις, η μια για κόψιμο ξύλων και η άλλη για σχίσιμο
ντιουντιούκα σφυρίχτρα
ντιρί-ντιρί ζωντανό, σπαρταριστό, "ντιρί-ντιρί ρίχνουντι" διαλαλούσαν οι ψαράδες
ντουλμάς λάσπη, ιλύς
ντουρούκ(ι) παραγεμισμένο
ντριμσ'ιζ παράξενος, ιδιόρρυθμος
ξιαναφαλίζουμι βγαίνει ο αφαλός μου από την υπερπροσπάθεια
ξιαρίζου καθαρίζω το στάβλο από τις κοπριές
ξιαφ(ι) κομπόστα
ξικαχτώ ξεσπυρίζω κυρίως τα καλαμπόκια
ξινουμώ διώχνω, θέτω εκτός νομής, "μη ξινουμάτι τ' αρνίθια"
ξιπατώνου ξεριζώνω
ξισκανιάρς ζηλιάρης
ξισρντίζου ξεφλουδίζω, απολεπίζω, τραβώ και λύνω, αποσυναρμολογώ
ξκς τρελός
όλιλε ωχ, επιφώνημα πόνου
όπλατα μπαλωματιά
ουλτάς αγγίστι, πετονιά
ουμπλή πατημασιά
ουρταλκ(ι) σύμπαν
όχα προσφώνηση των βοδιών που είναι ζεμένα να σταματήσουν
πάϊαγκας αράχνη
πάϊντους διάλειμμα, ανάπαυλα
παϊτιάκς αυτός που βαδίζει λοξά
παρδάγγαλου εξογκώματα στο λαιμό ή στις μασχάλες, συνήθως μετά από ίωση
παρλαντίζου καταξεσκίζω, ενεργώ βιαίως
παταγούρ(ι) απότομο κρύο, κρύο νερό
πατέκα μονοπάτι
πατλατζιάν(ι) μελιτζάνα
πατσιούδ(ι) αποτσίγαρο, γόπα
τα πίπκα μπρούμυτα
πιρτσιά χτένισμα με χωρίστρα
πίστρα κάλυψη της πλάτης με πλήρες τύλιγμα της κουβέρτας ή του παπλώματος
πλιακανώ ανοιγοκλείνω (συνήθως τα μάτια)
πλιατσκώνου καπακώνω, επικαλύπτω, συγκαλύπτω
πόστα κατσάδα
πουγάλια σιγά
πουρτσαλώ πιτσιλίζω
πούρτσιους τράγος
πρέκνα οι φακίδες
ριτσέλια βραστή με πετιμέζι φλούδα από καρπούζι ή κολοκύθα
ρόποντους θόρυβος βημάτων, γδούπος
ρουγγαλίζου ρεύομαι
 
    ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...