Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ ΣΟΥΦΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ
Κυρανούδης Παναγιώτης φιλόλογος-γλωσσολόγος


online επισκέπτες

Free WebSites Counters
Visit Counter 

online
επισκέπτες
 

Free WebSites Counters
Μοναδικοί επισκέπτες
Visit Counter  


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΟΥΦΛΙΩΤΙΚΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
του Παναγιώτη Κυρανούδη, γλωσσολόγου

ΦΩΝΗΤΙΚΗ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ
Στη φωνητική καταγραφή των λέξεων έγινε προσπάθεια να διατηρηθεί η ιστορική ορθογραφία τους, αλλά ταυτόχρονα να υπάρχει και φωνητική ακρίβεια. Έτσι εισήχθησαν νέα σύμβολα για να αποδώσουν φθόγγους που δεν υπάρχουν στην ΚΝΕ ή στις περιπτώσεις που η απόδοση των φθόγγων με βάση την ιστορική ορθογραφία δημιουργεί σύγχυση και ασφάλεια. Τα σύμβολα αυτά είναι τα εξής (μέσα σε αγκύλες παρατίθενται οι λέξεις καταγραμμένες φωνητικά με τα σύμβολα που χρησιμοποιούνται):
α (με περισπωμένη): μακρό α
ι: (με περισπωμένη) κλειστό πισινό μη στρογγυλό φωνήεν, όπως το ι στο τουρκ. kirmiz = [κ?ρμ?z]
i: μπροστινό μη στρογγυλό ημίφωνο, όπως το n στο κάnκα = [κάnκα] ή το y στο τουρκ. kaya = [καϊά]
b: διχειλικό ηχηρό κλειστό, όπως το μπ στο μπάλα
d: πισοδοντικό ηχηρό κλειστό, όπως το ντ στο ντέφι
g: υπερωικό ηχηρό κλειστό, όπως το γκ στο γκάζι
x: ουρανικό άηχο τριβόμενο, όπως το xι στο χιόνι = [xόνι]
γ: ουρανικό ηχηρό τριβόμενο, όπως το γυ στο γυαλί = [γαλί]
κ: ουρανικό άηχο κλειστό, όπως το κι στο παιδάκια = [παιδάκα]
g: ουρανικό ηχηρό κλειστό, όπως το γκι στο γκιώνης = [gώνης]
λ: ουρανικό πλευρικό, όπως το λι στο λιανίζω = [λανίζω]
ν: ουρανικό έρρινο, όπως το νι στο καπνιά = [καπνά]
σ: παχύ συριστικό άηχο τριβόμενο, όπως το sh στο αγγλικό shake = [σέικ]
z: παχύ συριστικό ηχηρό τριβόμενο, όπως το j στο γαλλικό je = [zε]
τσ: παχύ συριστικό άηχο προστριβόμενο, όπως το ch στο αγγλικό church = [τσερτς]
τz: παχύ συριστικό προστριβόμενο, όπως το j στο αγγλικό jam [τζαμ] β, b, δ, d, θ, μ, π, ρ, τ, φ: ουρανικοποιημένα σύμφωνα, συνήθως ύστερα από αποβολή του άτονου τελικού ι, π.χ. σουφλ. καλάθ’. αλλά και dibidou.
Η απόστροφος (‘) δηλώνει την ύπαρξη άτονου ι ή u που αποβλήθηκε.
ΣΥΛΛΟΓΗ ΥΛΙΚΟΥ
Για το λεξιλόγιο που παρατίθεται, πρέπει να πούμε ότι βασίστηκε κυρίως στην προσωπική εμπειρία του γράφοντος, ο οποίος είναι γνώστης του ιδιώματος, καθώς και σε ερωτήσεις που έγιναν σε Σουφλιώτες ηλικίας άνω των πενήντα. Επίσης κάποιες σημασίες και κυρίως παραδείγματα φράσεων, προέρχονται από τοπικά γλωσσάρια που δημοσιεύτηκαν στις εφημερίδες «Το Σουφλί μας» και «Φωνή των Σουφλιωτών», καθώς και σε αδημοσίευτη συλλογή λεξιλογίου της δασκάλας Ελ. Τερζούδη. Επειδή στην πλειοψηφία τους οι λέξεις αυτές δεν παρουσιάζουν φωνητικά προβλήματα και είναι γνωστές ακόμη και σε ένα νεώτερο Σουφλιώτη, κρίναμε σκόπιμο να μη κουράζουμε τον αναγνώστη με αναφορές στις πηγές από τις οποίες αντλούμε τα παραδείγματα.
Με τον όρο «πομακικό» αναφερόμαστε σε λέξεις που συγκεντρώσαμε από Πομάκους του χωριού Μεγάλο Δέρειο, ενώ ως διαλεκτικές τουρκικές (ΔΤ) χαρακτηρίζονται λέξεις που προέρχονται από τουρκόφωνους μουσουλμάνους των χωριών Αγριάνη και Σιδηρώ.
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
αρτσώνουμι: «μαλώνω, επιπλήτω, αυθαδιάζω» τι μ’ αρτσώνισι, «σηκώνονται τα μαλλιά μου προς τα πάνω» αρτσώθ’καν τα μαλλιά σ’ <κτσβλ. aritsu «σκαντζόχοιρος» <λατιν. ericius1 με την ίδια σημασία. Το ρήμα αρτσώνω –ομαι, αρχικά σήμαινε «σηκώνονται οι τρίχες των μαλλιών μου όπως τα αγκάθια του σκαντζόχοιρου», σημασία με την οποία χρησιμοποιείται σε πολλά ιδιώματα, π.χ. ανιρτσιώνου? σηκώνω τις τρίχες των μαλλιών μου2? και επειδή όταν εξοργιζόμαστε, ανατριχιάζουμε (πβ. ΚΝΕ μου σηκώθηκαν οι τρίχες του κεφαλιού μου3). Πιθανόν, πρώτα να εμφανίστηκε ο αόριστος (αρίτσιους > αρίτσιουσα, στον Πολύγυρο χρησιμοποιείται ο αόριστος αρίτσιουσα, αντί για άρτσιουσα4). Ανάλογη σημασιολογική εξέλιξη είχαμε και στα βουλγαρικά: ?za se “ανατριχιάζω, κοκορεύομαι” < ez “σκαντζόχοιρος”5. Στα σουφλ., σε αντίθεση με άλλα ιδιώματα, βρίσκεται σε χρήση μόνο το ρήμα αρτσώνουμι, ενώ για το σκαντζόχοιρο βρισκόταν σε χρήση το σλαβικό γεσκους.
Ο Κατσάνης θεωρεί ότι δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε τη λέξη μονομερώς ως βλάχικο δάνειο, εξαιτίας της γεωγραφικής της κατανομής. Πιστεύει ότι πρόκειται για κοινό λατινικό τύπο βλαχόφωνων-ελληνόφωνων ομιλητών6
b?bou: “είδος λουκάνικου από έντερα παραγεμισμένα με ρύζι, εντόσθια και χοιρινό, που φτιάχνεται κυρίως τα Χριστούγεννα” <μπάμπω “μαμή” (αρχική σημασία “γριά”) < σλαβ. Κλητική προσφώνηση babo (< baba “γριά”). Η σημασιολογική μετάβαση από το b?bou “γρηά” στο b?bou “λουκάνικο” έγινε ως εξής:
Η λέξη μπάμπου χρησιμοποιήθηκε σε μέρη τόσο της Θράκης όσο και της Μακεδονίας, για τη μαμμή, επειδή συνήθως χρέη μαμής εκτελούσε κάποια έμπειρη γριά. Πβ. το ΚΝΕ μαμμή < μσν. μαμμή, αρχ. μάμμη “γιαγιά”7.
Από την άλλη μεριά το είδος αυτό εδέσματος, η μπάμπου, φαίνεται ότι ονομαζόταν στη αρχή στα ελλην. και βουλγ. μπουμπάρι8, bombaria9, bumbar10 < τουρκ. bumbar “παχύ έντερο για λουκάνικα”, “λουκάνικο φτιαγμένο από ρύζι και κρέας παραγεμισμένα σε παχύ έντερο”, δάνειο στα τουρκικά από τα περσικά11.
Το λουκάνικο αυτό συνδέθηκε με την «ημέρα της μαμμής» (τ’ς μπάμπως μέρα βουλγ. μπάμπι ντεν, τουρκ. μπάμπο γκιουνού), ένα λαϊκό δρώμενο που ελάμβανε χώρα στις 8 Ιανουαρίου, σε βουλγαρόφωνα και ελληνόφωνα χωριά, κυρίως της Ανατολικής Ρωμυλίας, αλλά και σε χωριά της Ανατολικής Θράκης, το οποίο εξελίχθηκε στο σημερινό έθιμο της “Γυναικοκρατίας”. Για λεπτομερή κατά τόπους περιγραφή του εθίμου βλ. Έθιμα της ημέρας της μαμμής, Λαογραφία 25, 534-556.
Ανάμεσα στα συμβολικά αντικείμενα που χρησιμοποιούνταν στο έθιμο ήταν και ένα λουκάνικο ή πράσο ντυμένο με έντερο χοίρου (=μπουμπάρι). Είναι λοιπόν πολύ πιθανόν πως αυτό ονομάστηκε μετωνυμικά μπάμπου από το όνομα της μαμμής, η οποία το κρατούσε στη διάρκεια του εθίμου και τα λουκάνικα που τα μαγείρευαν λίγες μέρες πριν, τα Χριστούγεννα ή τα Φώτα, πήραν το όνομα αυτό. Ας σημειωθεί ότι η ίδια σημασιολογική εξέλιξη έγινε και στα βουλγ.: baba “είδος αλλαντικού από παχύ γουρουνίσιο έντερο….”12.
KT bal kabagi < bal “μέλι” και kabak “κολοκύθι”.
bαρτζαχείλας, bαρτζαχείλου: “αυτός που έχει μεγάλα και προτεταμένα χείλη, όπως οι μαύροι, πρησκοχείλης” < κτσβλ. budza “χείλος” (ίσως από το λατιν. basium “φιλί”13) + ελλην. Χείλι, με ανάπτυξη ρ στο μπούτζα. Η εμφάνιση μη δικαιολογημένου ετυμολογικά ρ στα σουφλ. παρατηρείται και στα σκαρκαλ’, πιρδικλώνουμι, τσίρλα κ.τ.λ. Σε άλλα ιδιώματα χρησιμοποιούνται τύποι της λέξης που δείχνουν καθαρά την προέλευσή της από το budza: bουτζαχείλας, bουντσαχείλας, bατζαχείλας14. Παρόμοια σύνθετα με μεγεθυντική σημασία για σωματικά χαρακτηριστικά, όπου το πρώτο συνθετικό είναι μια ξένη λέξη και το δεύτερο μια ελληνική με την ίδια σημασία, εμφανίζονται σε ιδιώματα, πβ. σουφλ. gagaμίτας “μυταράς” < τουρκ. gaga “ράμφος” + μύτη, ηπειρ. μπαρκοκοίλης “πρησκοκοίλης”15 < αλβ. bark “κοιλιά + κοιλιά”.
bλούdα: “κάμπια” < κτσβλ. blinda “φουσκάλα, κόκκινα σπυράκια επί της επιδερμίδος κ.τ.λ.”16 < λατ. *abluta “απόπλημα, εξάφρισμα, βρωμιά”17, από τη μετοχή του ρήματος abluo “αποπλύνω” < ad + luo. Από τη σημασία “απόπλημα, εξάφρισμα” προήλθε η σημασία “μούχλα του κρασιού”, με την οποία χρησιμοποιείται στα αλβ. σερβ. και σε ελλην. βόρεια ιδιώματα. Η σημασία αυτή φαίνεται πως έδωσε τη σημασία “εξανθήματα” και επειδή η κάμπια που ονομάζεται bλούdα στα σουφλ. έχει την ιδιότητα να προκαλεί κόκκινα εξανθήματα όταν αγγίζει την ανθρώπινη επιδερμίδα, η λέξη μετωνυμικά χρησιμοποιήθηκε για την κάμπια. Ο σουφλ. τύπος της λέξης είναι πιο κοντά φωνητικά στο διαλεκτικό βουλγ. blanda “φουσκάλα του δέρματος”18. Δεν αποκλείεται όμως να μην πρόκειται για απλό κτσβλ. δάνειο, αλλά για ανεξάρτητη επιβίωση της λατιν. λέξης στις βαλκ. γλώσσες.
bουbλάτσκα: “πλατύσωμη κατσαρίδα” < βουλγ. bubole?ka “μικρό έρπων ζωύφιο”19. Στα ηπειρ. μπομπολάτσκες “παράσιτα του δέρματος των ζώων” (Μπόγκας Β, 232).
bουκουβάλου: “χοντροκομένη, άχαρη” (χαρακτηρισμός για γυναίκα < κτσβλ. bukuval? “άρτος, ψωμί ζεστόν, τετριμμένον και μεμιγμένον μετά βουτύρου”20. πβ. μπουκουβάλα κατασκεύασμα από μικρά κομματάκια ψωμιού και τυριού βαλμένα σε πανί, χτυπημένα και σφιγμένα καλά ώστε να γίνει μια ομοιόμορφη, αλλά δυσκολοχώνευτη μάζα21.
Το χαρακτηριστικό του εδέσματος που έδωσε την παραπάνω μεταφορική σημασία είναι ότι αποτελεί μια μάζα σα ζυμάρι, δυσκολοχώνευτη. Έτσι πήρε και τη χρήση “αχώνευτη, άχαρη γυναίκα”. Πβ. τα σουφλ. bουλαμάτσ’, το οποίο δηλώνει και κάποιο είδος κουρκουτιού, αλλά χρησιμοποιείται ειρωνικά για το “ωμό, κακοψημένο ψωμί” και bουλαμάτσου “ασυμμάζευτη, ατημέλητη γυναίκα”, ουμόζ’μαρους “άχαρος, χοντροκομμένος”.
Η λέξη bουλαμάτσ’ προέρχεται από το τουρκ. bulama? “κολλώδες ζυμάρι” σύνθετο από το ρήμα bula-mak “ανακατεύω” και το a? “τροφή”. Στα βουλγ. έχει τη σημασία “άνοστο φαγητό”22.
bουτζουμένους: “μουτρωμένος, κατσουφιασμένος”. Πβ. μπουτζώνω γίνομαι κατηφής, δύσθυμος, μόλις που συγκρατώ το κλάψιμο, “τα παιδί εμπούτζωσε τα χείλη του” = έτοιμο για κλάψιμο23 (Πωγώνι Ηπείρου).
Η λέξη είναι μετοχή ενός ρήματος μπουτζώνομαι, που δεν υπάρχει στα σουφλ., το οποίο προέρχεται από το κτσβλ. budz? “χείλος”.
γάμα: εκτός από ουσιαστικό με τη σημασία “λεηλασία”, χρησιμοποιείται και σαν επιφώνημα, συνήθως σε παιδικά παιχνίδια. Κάποιος κρατάει στο χέρι του βόλους ή καραμέλες κ.τ.λ. φωνάζει γάμα! και τα πετάει στον αέρα. Οι υπόλοιποι τρέχουν και τα μαζεύουν, όποιος προλάβει. Στην περίπτωση αυτή λέγεται η έκφραση έκαμι γάμα τ’ς καραμέλις τ’. Η λέξη προέρχεται από το ΔΤ yama < ΚΤ ya?ma με αποβολή του ?. To ya?ma ετυμολογείται από το ελλην. διάγωμα, γιάωμα < διάγω “διασπώ”24.
γέσκους: “σκαντζόχοιρος”: πομακ. γες, βουλγ. e?ko, υποκ. του e? “σκαντζόχοιρος”25. Σε άλλα ιδιώματα χρησιμοποιείται ο τύπος εζους, δάνειο απευθείας από το e?26.
dibidου, dibidουz: “όλως διόλου, εντελώς, καθόλου” < ΔΤ dipe d?z “εντελώς επίπεδο, ισοπεδωμένο”, από τη δοτική του dip”το κατώτερο τμήμα” και το επίθ. d?z “επίπεδος”.
d?ι, dι?: “δήθεν” < τουρκ. diye, το οποίο έχει και τη σημασία “τάχα, δήθεν”27.
g?ρκ?ς, g?ρκ?λάνους, g?ρκ?λ?ς: “λαιμός, λάρυγγας”. Ειδικά η πρώτη λέξη χρησιμοποιείται για το λαιμό ψημένου κοτόπουλου < κτσβλ. g?rg?lean “λάρυγξ”. Το ότι η λέξη έχει περάσει στα σουφλ. από τα κουτσοβλαχικά και όχι από άλλη βαλκανική γλώσσα, αποδεικνύεται από την παρουσία του ? στους τύπους της λέξης, ενός φωνήεντος που δεν υπάρχει στα σλαβικά. Στα γειτονικά τουρκικά ιδιώματα, όπου υπάρχει ένα ανάλογο φωνήεν, χρησιμοποιούνται για τις παραπάνω σημασίες οι λέξεις gιrtlak, gigi που έχουν περάσει στο ιδίωμα του Σουφλίου ως g?ρτσλάκ’, gagάς. Οι παραπάνω σουφλ. τύποι της λέξης είναι οι μοναδικές περιπτώσεις στα σουφλ., όπου εμφανίζεται ένα ? μη τουρκικής προέλευσης. Το ΙΛΝΕ ανάγει τους τύπους των βαλκ. γλωσσών (σλαβ. grkljan, τουρκ. gιrtlak) στα κουτσοβλαχικά g?rlean, g?rg?lean, τα οποία παράγει από το λατιν. cartilago “χόνδρος ρινός, ώτων”28.
gουλαφίzου, -ουμι: “ψευτοπλένομαι, πλατσουρίζω, λερώνω, μαγαρίζω, πασαλείφω, -ομαι”. Χρησιμοποιείται αρκετά και σήμερα. Πολύ συχνά λέγεται για το φαγητό: «λερώνω το φαγητό μου, το αφήνω μισοτελειωμένο» μουρή, άφ’σις του γκζαν’ κι γκουλάφ’σι ου φα?, ανακατεύω με τα χέρια και λερώνομαι με κάτι που τρώγεται τα γκζάνα γκουλαφίσ’καν μι του παγουτό, γκουλιαπάω: ανακατεύω το νερό, το γεμίζω βρωμιές (Μπόγκας Β., 213).
Πρόκειται για ηχοποιητική λέξη από τον ήχο γκλαφ, γκλαπ, που παράγεται όταν ανακατεύουμε το νερό. Φαίνεται πως αρχικά είχαμε ένα *gλαφίζου, *γκλιαπάου στα οποία με παρετυμολογική επίδραση του γκουλου- (<γκόλιος).
Γκλουτσιανάω ταράζω το νερό στη μπούκλα ή στο γαλάσκι και κάνει γκλουτς-γκλουτς, γκλατσάρισμα.
gρίbα: «καμπουριασμένος, ραχητικός»: βουλγ. gr?ba, σερβ. σλοβ. grba “καμπούρα”, πλσλ. ΓΡ???***** (=grubu) “ράχη”. Η λέξη απαντά σε άλλα ελληνικά ιδιώματα ως κριμπός «καμπούρης». Δάνεια και στα ρουμ. g?rb?, g?rb, αλβ. g?rb?.
g’τζούν’: «γουρούνι». Πρόκειται για ηχοποιητική λέξη. Από το gουτς, κατά μίμηση της φωνής του γουρουνιού και την κατάληξη –ούνι, κατά το γουρούνι29. Απαντά σε διάφορα μέρη ως γκουτζιούν’, γκουτσίνι κτλ. Πβ. και βουλγ. guca, γαλλικό cochon.
zgράbγα: “είδος φαρμακερής σαρανταποδαρούσας”: πλσλ. ckra??? < λατιν. scorpius. Η λέξη απαντά σε άλλα ελλην. ιδιώματα με τη σημασία «σκορπιός». Επίσης στα αλβ. shkrap, shkrapj? «σκορπιός»30.
κάσα: «κρέμα από σιτάλευρο - ριζάλευρο»: σερβ. βουργ. σλοβ. kas? «έδεσμα από πηχτό βρασμένο αλεύρι, χυλός. πληγούρι»31.
καλπαζάν’τς: «τεμπέλης» < τουρκ. kalpazan, που χρησιμοποιείται στα γειτονικά του Σουφλίου τουρκικά ιδιώματα με τη σημασία «τεμπέλης». Η αρχική του όμως σημασία ήταν «κατασκευαστής κίβδηλων νομισμάτων, παραχαράκτης». Το τουρκ. kalpazan προέρχεται από το περσικό qalbz?n, σύνθετο από αραβ. qalb «γύρισμα, μετατροπή» (το οποίο πήρε τη χρήση του «ψεύτικος, νόθος, κίβδηλος, κίβδηλο νόμισμα») και το περσ. –z?n, από το ενεστ. θέμα του ρήματος z?d?n «κτυπώ»32. Η λέξη στα τουρκικά απέκτησε τη σημασία του «τεμπέλη, αχαΐρευτου». Πβ. ΚΝΕ κάλπικος. Το κάλπ’ς στα σουφλ. έχει την ίδια χρήση με το καλπαζάν’τα. Παράγ. κάλπαρους (μεγεθυντικό), καλπαζανούδα «μικρή χάλκινη κουπα».
λάκρους: «ο σβέρκος, το πίσω μέρος του λαιμού». λιάκρου: το βαθούλωμα του ινιακού οστού, στη βάση του κρανίου. λάκουρας, λιακούρια (τα): ινιακόν οστούν (Αραβαντινός). λάκουρας: ο αυχήν, ο και σβέρκος και κούτικας33.
Η λέξη είναι καθαρά ηπειρωτική. Χρησιμοποιείται πολύ στα σουφλ. ακόμη και σήμερα. Δεν απαντά σε άλλα μέρη της Θράκης. Όπως παρατήρησε ο Αραβαντινός, η λέξη προέρχεται από το λάκκος. Αρχικά δήλωνε το βαθούλωμα, το «λάκκο» του σβέρκου και στη συνέχεια το ινιακόν οστούν και το σβέρκο. Ο σουφλ. τύπος προέρχεται μάλλον από το λάκουρας ή *λιάκουρου με αποβολή του άτονου u και προσθήκη της κατάληξης –ους, κατά το ζβέκους.
λάκατα: «τα εντόσθια, τα σπλάχνα». λιάκα και λιάκατα: τα εντόσθια. Κατά συγκοπήν του κοιλιακά34. λιακά: (κοιλιακά) σπλάχνα του σφαγίου (Κέρκυρα)35. λάκατα: τα εντόσθια. Και στο Σουφλί, λιάκατα τα εντόσθια36.
Η λέξη δεν απαντά σε γλωσσάρια της Θράκης. Εμφανίζεται σε γλωσσάρια της Ηπείρου και της Δ. Μακεδονίας. Από προφ. μαρτ. εντοπίσαμε τη λέξη στη Βλάστη, στα Χάσια, στο Κεραμίδι Βόλου, στο Πολυδένδρι Βερροίας (πρώην Κόκοβα). Σ’ αυτές τις περιοχές υπήρχαν μαρτυρίες για εγκατάσταση πληθυσμών από την Ήπειρο. Εμφανίζεται επίσης στη Δυτική Θεσσαλία. Ως προς τις σημασιολογικές αποχρώσεις της έχουμε να σημειώσουμε: τη συχνότατη χρήση της σε φράσεις όπως μη βγήκαν τα λάκατα, τη σημασία της «σπλάχνα του σφαγίου που τρώγονται το Πάσχα» (Χάσια), τη φράση λάκατα-μάκατα «άνω-κάτω» (Κόκοβα). Τέλος τη δήλωση και κάποιας αηδιαστικής αποστροφής, έτσι ώστε η λέξη να πλησιάζει τη σημασία «ακαθαρσίες» (πβ. Ελεύθερο Γρεβενών λιάκατα: πύο37).
Πιθανώτερο είναι ότι η λέξη προέρχεται από το κοιλιακά, ουδ. πληθ. του επιθέτου κοιλιακός. Η λέξη τα κοιλιακά φαίνεται πως απέκτησε τη σημασία «σπλάχνα» και με την αποβολή του άτονου ι, έγινε τα κ’λιακά και στη συνέχεια με ανομοιωτική αποβολή του πρώτου κ, από τα λιακά. Για το λιάκατα μπορούμε να υποθέσουμε ότι προήλθε από το λιάκα με αναλογία, π.χ. προς το ήπατα που, μόνο στον πληθ. επιβίωσε σε αρκετά ιδιώματα ή ότι στο λιακά προστέθηκε η κατάληξη –τα, από αναλογία προς τα ουδ. σε –μα, φαινόμενα που είναι διαδεδομένο στην Ήπειρο38. Δηλαδή πιθ. εξέλιξη: κοιλιακά > κ’λιακά > λιακά > λιάκατα.
μέρι: «μήπως» μέρι ξέρ’ς τί σ’γίνιτι; < τουρκ. me?er < περσ. meger), με αποβολή του μεσοφωνηεντικού ?, φαινόμενο πολύ διαδεδομένο στα τουρκ. ιδιώματα της Δ. Θράκης. Το me?er εκτός από σύνδεσμος με τη σημασία «εκτός αν», έχει και μια επιρρηματική χρήση παρόμοια με αυτή στα σουφλιώτικα. Ο Χλωρός την αποδίδει ως «μόνον, τυχαίως, που να γνωρίζωμεν; αλλ’ ως φαίνεται…39». Επίσης στο λεξικό Redhouse υπάρχει και η σημασία «ίσως»40.
ξισκανίζου: «ζηλεύω» < τουρκ. kiskan-mak. Η εμφάνιση ξι αντί για το τουρκικό ki, οφείλεται σε παρετυμολογία με άλλα ρήματα που αρχίζουν από ξι- π.χ. ξισκαλίζου.
πάιανgας, παϊανgά: «αράχνη, ιστός αράχνης»: πλσλ. ?a??z (=paok?) «αράχνη», πομακ. πάιακ «ιστός αράχνης». Η λέξη απαντά και σε άλλα ιδιώματα ως πάγγος και πάιαγκας41, σπαλαgο (Μεγάλο Δέρειο), σφάλαgας42 κ.τ.λ.
παρασόλ’: «ομπρέλλα» < ιταλ. parasole «αλεξήλιο» < ρήμα parale «προστατεύω, αποφεύγω» + sole «ήλιος».
πατέκα, υποκοριστικό πατικούδα: «μονοπάτι» < βουλγ. pat?ka43, πομακ. πατέκα «μονοπάτι» (< p?t “”δρόμος”). Δάνειο και στο τουρκ. patika «μονοπάτι»44.
πούρτσους: «τράγος» < βουλγ. p?r?, σερβ. σλοβ. pr?45.
σκαρκάλ’: «γενική ονομασία που αναφέρεται σε έντομα που δεν πετούν, όπως η κατσαρίδα, η ακρίδα κ.τ.λ.»: πομακ. σκάκαλ, βουλγ. σερβ. skάkalec «ακρίδα». Επίσης στο Καβακλί η λέξη σκαρκάλ’ δηλώνει την ακρίδα.
στρέκλους: «αλογόμυγα που το τσίμπημά της» προκαλεί αφήνιασμα των ζώων: πλσλ. c?pz?z (=str?k?), βουλγ. str?kel, σερβ. strk. strkalj46. Ο Κατσάνης θεωρεί την ελληνική λέξη ως απευθείας λατινικό δάνειο και την παράγει από το *oestrecula < oestrus «οίστρος»47.
σαdραβέτσ’ και σαgραβέτς’: «ψιλό χαλάζι»: σερβ. sugradica «χαλάζι», από το πλσλ. (=grad?) «χαλάζι»48, βουλγ. sugr?sica «χιονόνερο»49. Σε άλλα ιδιώματα απαντά ως ζούγκραβο, ζουγκραβίτσα, σιγκραβέτσιους, σισυγκραβίτσα κ.τ.λ.
σουουκλαdαίνου: σουκλανdώ αόρ. σουουκλάτσα: «κρυώνω» < ΔΤ soukladim sukluyorum (σε ιδιώματα της Δ. Θράκης), ενώ ΚΤ so?ukla-mak < so?uk «κρύο».
τζαμbάιζ: , θηλ. τζαμbάζου: «αυτός που του αρέσει να κάνει τζαμbάζα, ακροβατικά παιχνίδια» < τουρκ. cambaz < περσ. g?z «ακροβάτης», σύνθετο από το g?n «ζωή, ψυχή» και b?z, ενεστωτικό θέμα του ρήματος b?ht?n «παίζει επικίνδυνα παιχνίδια»50.
τζάν τζούν συνήθως στη φράση τζάν τζούν κανένας δεν είνι «δεν υπάρχει ψυχή» < τουρκ. cancin. Πρόκειται για ένα σχηματισμό από το περσ. can «ψυχή» και το αραβ. cin «πνεύμα» (πβ. ΚΝΕ δεν υπάρχει ψυχή). Δάνειο και στα βουλγ. d?an-d?un, στη φράση njama d?an d?in «δεν υπάρχει ψυχή»51.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Κατσάνης Ν, Τα λατινικά και λατινογενή δάνεια στις διαλέκτους και στα ιδιώματα της Νέας Ελληνικής, Νεοελληνική Διαλεκτολογία 1, Αθήνα 1994, 194-202.
G. Meyer, Neugrieshische Studien II, Wien 1894
Λ. Παπαγεωργίου, Γλωσσική σύγκριση Ηπείρου και Κέρκυρας, Νεοελληνική Διαλεκτολογία 1, Αθήνα 1994, 326-370
Χρ. Τζιτζιλής – Ε. Παπαδοπούλου, Το γλωσσικό ιδίωμα της ορεινής Πιερίας, Θεσ-νίκη 1993
Χρ. Τζιτζιλής, Ανάλεκτα Ετυμολογικά ΙΙ, Ελληνικά 34, Θεσ-ν’ικη 1982-3, 101-118
ΛΕΞΙΚΑ – ΓΛΩΣΣΑΡΙΑ
Ν. Ανδριώτης, Ετυμολογικό Λεξικό της ΚΝΕ, Θεσ-νικη 1988
Π. Αραβαντινός, Ηπειρώτικον Γλωσσάριον, εν Αθήναις 1909
ΒΕΛ. Ακαδημία των Επιστημών της Βουλγαρίας, Βουλγαροελληνικόν Λεξικόν, τομ. Ι-ΙΙ, Σόφια 1991
BER: Balgarska Akademija na Naukite, Balgarski Etimologicen Recnik, tom. I-II, Sofija 1971-1986
N. Gerov, Recnik na balgarskija ezik, fototipno izdanie, Sofija 1975
Δ. Δημητράκος, Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, τόμ. Α-Θ Αθήναι 1933
Μ. Δημητριάδης, Λεξικόν Ελληνοτουρκικόν, Τουρκοελληνικόν, Αθήνα 1989.
Ε. Ζήσης, Γλωσσάριο Αυδημίου, Θρακ. 18, εν Αθήναις 1943, 290-302.
ΙΛΝΕ: Ακαδημία Αθηνών, Ιστορικόν Λεξικόν της Νέας Ελληνικής, τόμ. 1-5 εν Αθήναις 1933-1984.
Meyer-L?bke, Romanisches Etymologisches W?rterberg 1968.
Ε. Μπόγκας, Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου (Βορείου, Κεντρικής και Νοτίου), τομ. 1-2, Ιωάννινα 1964-1966.
Κ. Νικολαΐδης, Ετυμολογικόν Λεξικόν της κουτσοβλαχικής γλώσσης, εν Αθήναις 1909.
J. Redhouse, Turkish-English Dictionary, Redhouse Press, Κωνσταντινούπολη 1899.
Φ. Τάσιος, Γλωσσάριο Πολυγύρου, Χρονικά της Χαλκιδικής 37-38, Θεσ-νίκη 1982-3.
Ι. Χλωρίς, Λεξικόν Τουρκοελληνικόν, τόμ, Α-Β, εν Κωνσταντινούπολει 1899.
αλβ. αλβανικό πβ. παράβαλλε
αόρ. αόριστος πιθ. πιθανός
βαλκ. βαλκανικό πληθ. πληθυντικός
βουλγ. βουλγαρικό πλσλ. παλαιοσλαυικό
Γλ. Γλωσσάριο πομακ. πομακικό
ΔΤ διαλεκτικό τουρκικό προφ. μαρτ. προφορική
μαρτυρία
ελλην. ελληνικό ρουμ. ρουμανικό
ηπερ. ηπειρωτικό σερβ. σερβικό
θηλ. θηλυκό σλαβ. σλαβικό
ΚΝΕ Κοινή Νέα Ελληνική σλοβ. σλοβενικό
ΚΤ κοινή τουρκική σουφλ. σουφλιώτικο, -α
κτσβλ. κουτσοβλαχικό τουρκ. τουρκικό
λατιν. λατινικό υποκ. υποκοριστικό
παραγ. παράγωγο

1 Νικολαίδης, 76
2 Φ. Τάσιος, Γλ. Πολυγύρου, Χρονικά της Χαλκιδικής 37-38 (1982-3), 19
3 Γ. Ηλιούδη, Το προθετικό α στο γλωσσικό ιδίωμα προσφύγων από το Καβακλί, Λεξικογραφικό Δελτίο ΙΕ, Αθήνα 1985, 266.
4 BER I, 258
5 Φ. Τάσιος, Γρ. Πολυγύρου, Χρονικά της Χαλκιδικής 37-38 (1982-3), 27
6 Κατσάνης Ν., Τα λατινικά και λατινογενή δάνεια στις διαλέκτους και στα ιδιώματα της Νέας Ελληνικής, Νεοελληνική Διαλεκτολογία 1, Αθήνα 1994, 201
7 Ανδριώτης, Ετυμολογικό της ΚΝΕ, 197.
8 Λεξ. Δημητράκου στ΄, 4790
9 Ε. Ζήσης, Γλωσσάριο Αυδημίου, Θρακ. 18. (1934), 292
10 BER I, 89
11 Redhouse, 200 – Χλωρός, 390
12 Gerov Ι, 18
13 Νικολαίδης, 330
14 Χρ. Τζιτζιλής – Ε. Παπαδοπούλου, Το γλωσσικό ιδίωμα της ορεινής Πιερίας, Θεσ-νίκη 1993, 52
15 Μπόγκας Β, 153
16 Νικολαίδης, 323
17 Meyer – L?bke, 32
18 BER I, 58, όπου η λέξη ετυμολογείται από το ρουμ. blanda
19 BER I, 85
20 Νικολαίδης, 326
21 Χρ. Τσάκας, Πάργα – Σττεργιά Λεξιλόγιο Ηπ. Εστ. 17/1068 230
22 BER I. 88
23 Στούπης Σπ, Πωγωνησιακά και Βησσανιώτικα Α. Πάτρα 1962, 344
24 Ch. Symeonidis, Griechische Lehnw?rter im T?rkischen, Balkan Studies 14, 1 Thessaloniki 1973, 176
25 Τζιτζιλής, Ανάλεκτα Ετυμολογικά, ΙΙ, 320
26 Στεφόπουλος Ανδ. Το γλωσσάρι της Χρυσής Καστοριάς, Μακεδονικά 18, Θεσ-νίκη 1978, 255
27 Δημητριάδης, 236
28 ΙΛΝΕ 5, 229
29 ΙΛΝΕ 52, 249
30 Meyer, Neugr. Srud. II, 58
31 Meyer, Neugr. Stud. II, 30 – BER II, 287-278
32 BER II, 175
33
34 Αραβαντινός, 57
35 Λ. Παπαγεωργίου, Γλωσσική σύγκριση Ηπείρου και Κέρκυρας, Νεοελληνική Διαλεκτολογία 1, Αθήνα 1994, 326-370
36 Μπόγκας Α, 208
37 Στ. Μπαδέμα, Ελεύθερο Γρεβενών, Θεσσαλονίκη 1986, 113
38 Λ. Παπαγεωργίου, Γλωσσική σύγκριση Ηπείρου και Κέρκυρας, Νεοελληνική Διαλεκτολογία 1, Αθήνα 1994, 374
39 Χλωρός, 1762-1763
40 Redhouse, 747
41 Meyer, Neugr. Stud. II, 49
42 Ε. Ζήσης, Γλωσσάριο Αυδημίου, Θρακ. 18 (1943), 299
43 ΒΕΛ. 1090
44 Redhouse, 921
45 Meyer, Neugr. Stud II, 49
46 Meyer, Neugr. Stud II, 60
47 Κατσάνης Ν. Ελληνο-λατινικά, Μελέτες για την ελληνική γλώσσα 10, Θεσ-νίκη 1990, 80
48 Meyer, Neugr. Stud. II, 29
49 ΒΕΛ ΙΙ, 606
50 BER I, 354
51 BER I, 356
---------------

------------------------------------------------------------

---------------

------------------------------------------------------------

 

16